Οικουμενικον Πατριαρχείον
Οικουμενικον Πατριαρχείον
Οικουμενικον Πατριαρχείον

 

Η Εκκλησία Κρήτης υπό τους Βενετούς




Χαρακτικό.
Εμφανίζει τον λέοντα της Βενετίας να κυριαρχεί πάνω στην Κρήτη.
Από το Μουσείο Μπενάκη - Αθήνα



Χριστός ο Μέγας Αρχιερέας.  Δεύτερο ήμισυ 15ου αιώνα. Από τη μονή Γωνιάς Κισάμου.



Θεία Λειτουργία.
Εικόνα Μ. Δαμασκηνού,16οςαι., από τη συλλογή της Αγίας Αικατερίνης Ηρακλείου Κρήτης





Σχέδιο τοπ. Ρεθύμνου κατά τον Βoschini (1651).

Από τις παραμονές ήδη της Τέταρτης Σταυροφορίας (1203), η Κρήτη είχε πάψει να ανήκει στη Βυζαντινή επικράτεια. Ο Αλέξιος Άγγελος έσπευσε να την παραχωρήσει στον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό, προκειμένου να επιτύχει την αποκατάσταση του πατέρα του στον θρόνο του Βυζαντίου. Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1204), οι σταυροφόροι αναγνώρισαν στον Βονιφάτιο το δικαίωμα να καταλάβει το νησί. Πρόλαβε όμως ο Γενουάτης αρχιπειρατής Ερρίκος Pescatore, αντίπαλος των Βενετών, και κατέλαβε το 1206 μεγάλο μέρος της κεντρικής Κρήτης. Ακολούθησαν σκληροί αγώνες μεταξύ Βενετών και Γενουατών, μέχρι που οι πρώτοι πέτυχαν να επικρατήσουν (1211) και να κυριαρχήσουν στη Μεγαλόνησο.
Η μεγάλη περίοδος της Βενετοκρατίας (1204/1211-1645/1669) υπήρξε για την Εκκλησία Κρήτης ιδιαίτερα σκληρή. Οι νέοι κατακτητές, που απέβλεψαν από την αρχή στη μονιμοποίηση της κατοχής και της εκμετάλλευσης της Κρήτης, μόλις διαπίστωσαν ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν η μεγάλη ενωτική δύναμη του λαού, το στήριγμα της βυζαντινής ιδέας, ο φορέας της αντίστασης εναντίον τους και επομένως ο ισχυρότερος και ο περισσότερο επικίνδυνος αντίπαλος τους, έλαβαν αυστηρά μέτρα, που περιόριζαν την πνευματική ελευθερία των Κρητικών. Κατάργησαν και απομάκρυναν τους ορθόδοξους επισκόπους. Ο Νικόλαος, τελευταίος προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κρήτης, άνδρας με κύρος και μόρφωση, διέφυγε στην αυλή της Νικαίας και εποίμανε τη Μητρόπολη Σμύρνης, η οποία του είχε δοθεί προεδρικώς. Απαγόρευσαν τη χειροτονία ιερέων. Όσοι Κρητικοί ήθελαν να γίνουν κληρικοί, έπρεπε να πάρουν πρώτα την άδεια των βενετικών αρχών του νησιού, με την καταβολή ενός σημαντικού χρηματικού ποσού, και έπειτα να ταξιδέψουν στην Πελοπόννησο ή στη Μ. Ασία, όπου θα έβρισκαν ορθόδοξο αρχιερέα να τους χειροτονήσει. Στέρησαν την Ορθόδοξη Εκκλησία από την περιουσία της. Τοποθέτησαν Λατίνους στη θέση των ορθόδοξων επισκόπων και όρισαν προϊσταμένους του ορθόδοξου κλήρου πρωτοπαπάδες και πρωτοψάλτες, στα μεγάλα αστικά και στα επαρχιακά κέντρα. Οι προϊστάμενοι αυτοί ήταν πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης των Βενετών, υπάλληλοι μισθοδοτούμενοι από το κράτος στο οποίο δήλωναν υποταγή. Σκοπός των Βενετών ήταν η πλήρης αποδιοργάνωση της Εκκλησίας της Κρήτης.

Οι Κρητικοί δεν συμβιβάστηκαν ποτέ με αυτήν την πολιτική. Αντιστάθηκαν και αγωνίστηκαν αποφασιστικά κατά της βενετικής κυριαρχίας. Αλλά και το Οικουμενικό Πατριαρχείο προσπαθούσε συνεχώς, άλλοτε με παραινέσεις κι άλλοτε με απεσταλμένους  κληρικούς, να ενισχύει την πίστη και να αναζωογονεί το φρόνημα του Βενετοκρατούμενου κρητικού πληθυσμού. Οι σχέσεις με τους Ρωμαιοκαθολικούς και η προσπάθεια της ένωσης των Εκκλησιών ήταν τα οξύτερα προβλήματα. Οι Κρητικοί αντιμετώπιζαν με περιφρόνηση τους εκπροσώπους της παπικής ενωτικής πολιτικής. Προσέβλεπαν με αυτοπεποίθηση στην Κωνσταντινούπολη και επέμεναν στη διατήρηση της πολιτισμικής και πολιτιστικής ταυτότητας τους. Η παρουσία τους ακόμη και στην πιο μεγάλη για τη μοίρα του Ελληνισμού στιγμή, στην πολιορκία και άλωση της βασιλεύουσας, τί άλλο θα μπορούσε να υποδηλώνει;

Αμέσως μετά την άλωση (1453) έφθασαν στην Κρήτη πολλοί πρόσφυγες Κωνσταντινουπολίτες, ευγενείς, λόγιοι και κληρικοί, τους οποίους οι βενετικές αρχές αντιμετώπισαν με ανησυχία, από φόβο μήπως υποδαυλίσουν τους απελευθερωτικούς πόθους των Κρητικών. Οι φόβοι της Βενετίας ούτε υπερβολικοί ούτε αβάσιμοι ήταν, αν κρίνει κανείς από το επαναστατικό κίνημα του Σήφη Βλαστού που ξέσπασε στο νησί λίγο μετά τη συμφορά του 1453.

Η εμμονή των Κρητικών στις θέσεις τους ανάγκασε τους Βενετούς να αμβλύνουν τη σκληρή θρησκευτική πολιτική τους, η οποία έγινε πολύ ηπιότερη τα τελευταία 150 χρόνια της κυριαρχίας τους στο νησί. Τη στάση τους αυτή την επηρέασε ασφαλώς και η τουρκική απειλή.

Παρά τη βενετική κατοχή επιβίωσαν πολλά μοναστήρια από τη δεύτερη βυζαντινή περίοδο και ιδρύθηκαν νέα, κυρίως κατά τα τελευταία 150 χρόνια της Βενετοκρατίας. Οικοδομήθηκαν και τοιχογραφήθηκαν πολλοί ναοί, άνθησε η ζωγραφική και η λογοτεχνία, καλλιεργήθηκε η βυζαντινή μουσική και γενικότερα αναπτύχθηκε η πνευματική ζωή.

Η εξέλιξη της καλλιτεχνικής παραγωγής έγινε με πολύ γρήγορους ρυθμούς από τον 13ο προς τον 14ο αιώνα. Σε  τοιχογραφημένους ναούς και καθολικά μονών σώζονται ονόματα βυζαντινών αυτοκρατόρων ως αφιερωτών, από το 1291 έως το 1446, που υποδηλώνουν τη συνεχή προσήλωση των Κρητικών στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και το ενδιαφέρον του Βυζαντίου προς την Κρήτη. Από τα μέσα του 15ου αιώνα δημιουργήθηκε μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική παράδοση, η Κρητική Μεταβυζαντινή Σχολή, η οποία κυριάρχησε ως το τέλος της Βενετοκρατίας και επιβίωσε κάτω από σκληρές συνθήκες που επέφερε η τουρκική κατάκτηση. Στο εξής σταματούν εντελώς οι τοιχογραφίες και παράγονται μόνο φορητές εικόνες. Τα καλλιτεχνικά εργαστήρια της Κρήτης, ιδιαίτερα του Χάνδακα, οργανώθηκαν από τον 16ο αιώνα και άρχισαν να εξάγουν την παραγωγή τους σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο. Εικόνες της Κρητικής Σχολής βρίσκονται σήμερα στα νησιά του Αιγαίου, στην Αθήνα, στη Μακεδονία, στα Επτάνησα, αλλά και στις χώρες της Βαλκανικής, στη Βενετία και στη Ρωσία. Ικανά αντιπροσωπευτικά δείγματα εκτίθενται στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης, στον παλαιό ναό της Αγίας Αικατερίνης Ηρακλείου Κρήτης, στη νέα Συλλογή Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών θησαυρών των Χανιών και στα Καθολικά ή τα Εκκλησιαστικά Μουσεία αρκετών Μονών. Είναι γεγονός ότι η θαυμαστή κορύφωση που γνώρισε ο κρητικός λόγος και η τέχνη στη διάρκεια της Βενετοκρατίας συντελέστηκε μέσα στα καθεστωτικά πλαίσια μιας ξένης κυριαρχίας. Είναι όμως, επίσης, γεγονός ότι το κρητικό στοιχείο, κάτω από τις συνθήκες αυτές, πέ­τυχε να αξιοποιήσει ό,τι του ήταν δυνατόν για να χαράξει καινούργιους δρόμους πνευματικής δημιουργίας, πάντοτε στο πλαίσιο της δικής του ξεχωριστής ιστορικής φυσιογνωμίας και πολιτισμικής οντότητας.
Η προσφορά της Κρήτης στα Γράμματα και στις Τέχνες κατά τους δύο τελευταίους αιώνες της Βενετοκρατίας (1453-1669) υπήρξε μοναδική. Διαπρεπείς Κρητικοί λόγιοι, κληρικοί και καλλιτέχνες έδρασαν κατά την περίοδο αυτή σε Ανατολή και Δύση και δημιούργησαν έργα διαχρονι­κά και αιώνια.

 
© 2010 Ιερά Μητρόπολις Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, Ρέθυμνο, Κρήτη - Τηλεφωνικό Κέντρο 28310 22415 - Fax 28310 28557
 

Ρέθυμνο 

HOTSoft.gr σχεδιασμός, κατασκευή, Προώθηση ιστοσελίδων, Κρητη SEO. Ρέθυμνο Aσύρματα δίκτυα WiFi, Δομημένη καλωδίωση, έξυπνο σπίτι. Rethymno 

Website Design, Web Development, Web site Promotion, SEO Crete SEM.
powered by HOTSoft.gr
internet, δίκτυα & τηλεπικοινωνίες