Οικουμενικον Πατριαρχείον
Οικουμενικον Πατριαρχείον
Οικουμενικον Πατριαρχείον

 

Η Εκκλησία Κρήτης υπό τους Τούρκους

Μα να χαλούν τες εκκλησιές, να ρίχνουν τες εικόνες, που στέκανε στα βήματα με τες χρυσές κολώνες, κι όπου κι αν εύρουσι σταυρόν γιαμιά τόνε χαλοὐσι. τες τράπεζες να σπάσουσί μετζίκια να γενούσι...

Μαρίνος Τζάνες Μπουνιαλής

Άγιος Αθανάσιος Γ' ο Πατελλάρος,
Οικουμενικός Πατριάρχης. από την Αξό Μυλοποτάμου(1590-1654)
Σπούδασε Αρχαία Ελληνική Φιλολογία, Φιλοσοφία και Θεολογία. Εκάρη μοναχός στο Σιναϊτικό Μετόχι του Χάνδακα. Ανέβηκε όλες τις βαθμίδες της ιεροσύνης. Εξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Άσκησε σημαντικό ιεραποστολικό έργο στη Ρωσία. Η ρωσική Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο. Ο σεπτός τάφος του είναι πηγή αγιάσματος και ιαμάτων και το σκήνωμα του διατηρείται άφθαρτο στο Χάρκοβο της Ουκρανίας. Τμήμα του ιερού Λειψάνου του μετακομίστηκε στη γενέτειρα του στις 21 Αυγούστου 1993· Από τότε, κατά την ημέρα αυτήν, καθιε­ρώθηκε η εορτή της Μετακομιδής. των Λειψάνων του στην Αξό Μυλοποτάμου.



Ο Μέγας Αρχιερεύς (1731).
Από τη θύρα του Ιερού Βήματος του Αγίου Κωνσταντίνου Ρεθύμνου. Έργο Εμμανουήλ, ιερέως.


Άρθρον 10. Έκαστος των Επισκόπων έχει ιδίαν σφραγίδα αρχαϊκού Χρι-στιανικού τύπου και εμβλήματος: α) Ο Μητροπολίτης Κρήτης τον καλόν ποιμένα φέροντα επώμων τον αμνόν και παρά τους πόδας τα ποιμενικά δοχεία και κύκλω Ιερά Μητρόπολις Κρήτης.

 



β) Ο Αρκαδίας το Μονόγραμμα εντός κύκλου και πέριξ Ιερά Επισκοπή Αρκαδίας.



γ) Ο Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου στήλην έχουσαν δώδεκα μικρούς κύκλους και επ' αυτής εν μέσω κλάδων φοινίκων και κύκλου αμνόν εφ' ου το μονόγραμμα του Ιησού Χριστού και πέριξ Ιερά Επισκοπή Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου.



δ) Ο Κυδωνίας και Αποκορώνου ναύν αρχαϊκήν στηριζομένην επί ιχθύος αρχαϊκού τύπου και κύκλω τα γράμματα Ιερά Επισκοπή Κυδωνίας και Αποκορώνου.



ε) Ο Λάμπης και Σφακίων τρίαιναν, διερχομένην δ' ιχθύος, και κύκλω τα γράμματα Ιερά Επισκοπή Λάμπης και Σφακίων.



στ) Ο Ιεράς και Σητείας σταυρόν, από λήγοντα εις άγκυραν και κύκλω Ιερά Επισκοπή και Σητείας.



ζ) Ο Πέτρας βράχον, εφ' ου ίσταται αμνός έχων επί της κεφαλής το μονόγραμμα του Ιηοού Χριστού και εκ του βράχου εξερχόμενος τεσσάρας πηγάς υδάτων και κύκλω Ιερά Επισκοπή Πέτρας.



η) Ο Κισάμου και Σελίνου Κιβωτόν μετά περιστεράς φέρουσης κλαδίν ελαίας και κύκλω Ιερά Επισκοπή Κισάμου και Σελίνου.



Η σφραγίς της Μητροπόλεως θα έχη διάμετρον τεσσαράκοντα υποχιλιομέτρων αι δε των Επισκόπων τριάκοντα πέντε.




Περιγραφή των σφραγίδων της Ιεράς Αρχιεπισκοπής και των Ιερών Μητροπόλεων της Κρήτης, όπως ορίζεται στον Καταστατικό Χάρτη του 1900 (Άρθρον 10). Οι εικονιζόμενες είναι αυτές που χρησιμοποιούνται σήμερα.

Η περίοδος της Τουρκοκρατίας (1645/1669-1898) ανέκοψε αυτήν την πορεία, όσο κι αν έδειξαν οι Τούρκοι, στην αρχή τουλάχιστον, ότι είχαν διαφορετικές προθέσεις. Στην προσπάθεια τους να επηρεάσουν ψυχολογικά τους ορθόδοξους Κρητικούς, σύμφωνα με την πάγια αρχή των σουλτάνων, την πολιτική της Θρησκευτικής ανοχής, προχώρησαν αμέσως στην ανασύσταση της Ορθόδοξης Μητρόπολης και στην αποκατάσταση της ιεραρχίας στην Εκκλησία Κρήτης.
Ο Νεόφυτος Πατελλάρος, λόγιος μοναχός της μονής Αρκαδίου και συγγενής του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθανασίου Γ' του Πατελλάρου, χειροτονήθηκε από το 1647 ως πρώτος Ορθόδοξος Μητροπολίτης Κρήτης. Ενώ από το 1659 αναφέρονται δώδεκα Επισκοπές, που διατηρούσαν μάλιστα τα παλαιά ονόματα τους, σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας: Γορτύνης, Κνωσού, Αρκαδίας, Χερρονήσου, Αυλοποτάμου, Αγρίου (= Ρεθύμνης, στο Ρέθυμνο είχε μεταφερθεί και η Επισκοπή Καλαμώνος από τα μέσα του 15ου αιώνα), Λάμπης, Κυδωνίας, Ιεράς, Πέτρας, Σητείας και Κισάμου. Ο αριθμός αυτός δεν είναι σταθερός σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Κυμαίνεται μεταξύ 10-12, ενώ λίγο πριν από την επανάσταση του 1821 υπήρχε και τιτουλάριος επίσκοπος (Βοηθός του μητροπολίτη), ο Διουπόλεως. Τότε οι επίσκοποι μαζί με τον μητροπολίτη ήταν συνολικά 13.

Η αποκατάσταση της ορθόδοξης ιεραρχίας στην Κρήτη συνοδεύτηκε με προνόμια πνευματικά, διοικητικά, δικαστικά και οικονομικά, που παραχωρούνταν, σύμφωνα με την τουρκική παράδοση, στους ορθόδοξους αρχιερείς. Αυτά όμως δεν εμπόδιζαν τους γενίτσαρους να βιαιοπρα­γούν, ακόμη και να φονεύουν ιερωμένους. Είναι γνωστή η δολοφονία του επισκόπου Λάμπης Μεθοδίου Σιλιγάρδου (1793) από τους γενίτσαρους της περιοχής του. Την ασφάλεια τους οι αρχιερείς και οι άλλοι κληρικοί την εξαγόραζαν συνήθως με χρηματικά ποσά και δώρα, που η ακόρεστη τουρκική φιλαργυρία τους επέβαλλε σιωπηρά ή και απροκάλυπτα. Οι φόροι που επέβαλλαν στους Χριστιανούς ήταν υπέρογκοι και καταπιεστικοί. Οι σχέσεις της Εκκλησίας Κρήτης με το Οικουμενικό Πατριαρχείο πέρασαν αρ­χικά μια μεγάλη κρίση, την οποία ευνόησαν και οι ντόπιοι Μουσουλμάνοι. Το Πατριαρχείο κατόρθωσε να μετατρέψει τη σουλτανική πολιτική και να αποτρέψει την ανακήρυξη της Εκκλησίας Κρήτης σε αυτοκέφαλη. Επί των ημερών του μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμου Λετίτζη (1725-1756), οι σχέσεις με το Πατριαρχείο αποκαταστάθηκαν. Η Κρήτη παρέμεινε στη διοικητική δικαιοδοσία του Οικομενικού Πατριαρχείου. Αυτή η εξάρτηση περιορίστηκε  μετά την αυτονόμηση της νήσου.

Δογματικά ή άλλα ζητήματα δεν τάραξαν την Εκκλησία Κρήτης κατά την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας.Το πιο σημαντικό πρόβλημα κατά την περίοδο αυτήν ήταν οι εξισλαμισμοί, οι οποίοι ήταν αποτέλεσμα περισσότερου υπολογισμού παρά βίας και εξαναγκασμού.
Η λατρεία ήταν θεωρητικά ελεύθερη  για τους Χριστιανούς της Κρήτης. Ακόμη,  προστατευτικά διατάγματα είχαν εκδοθεί για την ελευθερία των καθιερωμένων εορτών και τελετουργιών. Στην πράξη όμως, τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά και πολύ σκληρότερα. Ήδη, ο Μαρίνος Τζάνες Μπουνιαλής περιέγραψε σε δραματικούς στίχους τους βανδαλισμούς κατά των ορθόδοξων ναών.
Κατά τη διάρκεια του Κρητικού πολέμου (1645-1669) μοναστήρια της Κρήτης υπέστησαν λεηλασίες και καταστροφές, ιδιαίτερα όσα αντιστάθηκαν στους Τούρκους,.Εικόνες, ιερά σκεύη, άμφια, βιβλία και χειρόγραφα καταστράφηκαν.

Ανατίναξη της Μονής Αρκαδίου.

Χαρακτικό από το περιοδικό The Illustrated London News(1867)

Μετά την άλωση του Χάνδακα (1669) και την παγίωση της τουρκικής κατοχής στην Κρήτη, τα μοναστήρια που υπήρχαν στα αστικά κέντρα καταστράφηκαν ή μετατράπηκαν σε τζαμιά και σε στρατώνες. Από τις πολλές εκατοντάδες των κρητικών μοναστηριών, που μας είναι γνωστά από την τελευταία περίοδο της Βενετοκρατίας, ελάχιστα σώθηκαν και διατηρήθηκαν ενεργά.
Ο ιερός νόμος των μουσουλμάνων απαγόρευσε την ίδρυση νέων μοναστηριών και ναών. Ακόμη και για την επισκευή και τη συντήρηση των παλαιών ήταν απαραίτητη η χορήγηση ειδικής άδειας, που συνήθως στοίχιζε πολλαπλάσια από την προβλεπόμενη δαπάνη. Έτσι ελάχιστα μοναστήρια επιβίωσαν κατά τους σκληρούς αυτούς χρόνους και αυτά ήταν κυρίως τα μεγάλα και πλούσια που μπορούσαν να πληρώνουν τους βαρύτατους φόρους και τις έκτακτες εισφορές, καθώς και τα πλούσια δώρα στους Τούρκους αξιωματούχους.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έσπευσε να θέσει πολλά μοναστήρια υπό την προστασία του, κάνοντας χρήση των προνομίων του και ανακηρύσσοντας τα σταυροπηγιακά. Ο Νεόφυτος Πατελλάρος ήδη από το 1654 είχε προχωρήσει σε μια ανάλογη ενέργεια, παραχωρώντας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο μερικά πλούσια μοναστήρια, όπως το Αρκάδι, το Αρσάνι κ.ά. Έτσι ο μοναχισμός διατήρησε τη σπουδαιότητα του για την πνευματική ζωή της Κρήτης, όπως είχε αναπτυχθεί στην περίοδο της Βενετοκρατίας.
Η λαμπρή πνευματική παράδοση των Κρητικών ιερωμένων κατά τους τελευταίους χρόνους της Βενετοκρατίας έσβησε απότομα και οριστικά με την Τουρκοκρατία. Μόνο στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα ξαναβρίσκουμε στην Κρήτη λόγιους κληρικούς, όπως είναι ο ιεροδιδάσκαλος Γρηγόριος ο Μεγαλοβρυσανός, ο Νεόφυτος Οικονόμος κ.ά. Την έλλειψη ωστόσο της παιδείας κατά τους σκληρούς εκείνους χρόνους αναπλήρωσε το ήθος των κληρικών και μοναχών, που διαφύλαξαν την πίστη και την εθνική συνείδηση με την καθαρότητα  του βίου τους.

Αρκετοί ιεράρχες και άλλοι κληρικοί μυήθηκαν στα μυστικά της Φιλικής Εταιρείας. Μετά την έκρηξη της επανάστασης του 1821 στην Κρήτη, οι κληρικοί ήταν τα πρώτα θύματα των τουρκικών αντεκδι­κήσεων. Όσοι επέζησαν υπηρέτησαν την υπόθεση της ελευθερίας και διακρίθηκαν για τον ηρωισμό τους. Αλλά η Εκκλησία Κρήτης υπηρέτησε τον αγώνα και με άλλους τρόπους. Ανάλογη ήταν η προσφορά της Εκκλησίας και του Κλήρου και στις μετέπειτα επαναστάσεις. Το δράμα της ιστορικής μονής Αρκαδίου δείχνει το μέτρο της προσφοράς αυτής.

Μετά τη φρικτή σφαγή των αρχιερέων το 1821, του μητροπολίτη Γερασίμου Παρδαλή και των επισκόπων Κνωσού Νεοφύτου, Χερρονήσου Ιωακείμ, Λάμπης Ιεροθέου, Σητείας Ζαχαρία και ίσως του τιτουλάριου επισκόπου Διουπόλεως Καλλινίκου, η Εκκλησία Κρήτης έμεινε ακέφαλη για δύο περίπου χρόνια. Ο Οργανισμός της Προσωρινής Πολιτείας της Νήσου Κρήτης (Μάιος 1822) δεν αναφέρεται στην Εκκλησία Κρήτης, αλλά μόνο στην επίσημη θρησκεία. Το 1823 χειροτονήθηκε μητροπολίτης Κρήτης ο Καλλίνικος εξ Αγχιάλου (1823-1830), ο οποίος προσάρτησε στη Μητρόπολη την επισκοπή Κνωσού. Επί του μητροπολίτη Μελετίου Α' Νικολετάκη (1830-1834) συγχωνεύτηκαν με πατριαρχική απόφαση της 24 Νοεμβρίου 1831 οι Επισκοπές της Κρήτης σε 5, εξαιτίας της ελάττωσης του πληθυσμού. Με τη Μητρόπολη συγχωνεύτηκαν οι Επισκοπές Κνωσού, Λάμπης και Χερρονήσου. Η Επισκοπή Πέτρας συγχωνεύτηκε με την Αρκαδίας, η Ιεράς με τη Σητείας, η Ρεθύμνης με την Αυλοποτάμου και η Κυδωνίας με την Κισάμου. Το 1845 αναγνωρίστηκε η Επισκοπή Χερρονήσου, ενώ το 1859 χωρίστηκε η Επισκοπή Κισάμου από την Κυδωνίας. Τέλος, το 1862 ανασυστάθηκαν οι Επισκοπές της νήσου, εκτός από την Κνωσού, που οριστικά καταργήθηκε και προσαρτήθηκε στη Μητρόπολη. Το καθε­στώς αυτό διατηρήθηκε ως το 1900, όταν με τον Καταστατικό Νόμο 276 της Κρητικής Πολιτείας καταργήθηκε και η Επισκοπή Χερρονήσου και προσαρτήθηκε στη Μητρόπολη, ενώ η επισκοπική περιφέρεια της Πέτρας διευρύνθηκε με την προσάρτηση σ' αυτήν της επαρχίας Βιάννου.

Η Γενική Συνέλευση του 1877 αποφάσισε για καθαρά πρακτικούς λόγους να μισθοδοτούνται στο εξής οι αρχιερείς της Κρήτης από το δημόσιο ταμείο της νήσου.Οι μεγάλες επαναστάσεις της Κρήτης ανέτρεψαν τους παλαιούς φραγμούς και οδήγησαν βαθμιαία στην κατάργηση πολλών απαγορεύσεων σε θέματα θρησκευτικής ελευθερίας. Η ελευθερία αυτή κατοχυρώθηκε με το Χάττι Χουμαγιούν (1856) και διευρύνθηκε με τον Οργανικό Νόμο (1868) και τη ΣύμΒαση της Χαλέπας (1878). Καταργήθηκε ο ιερός νόμος των Μουσουλμάνων που απαγόρευε την ίδρυση νέων ναών. Στις 25 Μαρτίου 1862 θεμελιώθηκε ο μεγάλος ναός του Αγίου Μηνά στο Ηράκλειο και εγκαινιάσθηκε στις 16 Απριλίου 1895. Η νέα εξέλιξη των Θρησκευτικών και πολιτικών πραγμάτων στην Κρήτη έκαμε πολλούς κρυπτοχριστιανούς να διακηρύξουν φανερά την πίστη τους και να επιστρέψουν στη θρησκεία τους.

Ενώ η Εκκλησία Κρήτης δεν είχε να αντιμετωπίσει δογματικά προβλήματα κατά την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας, κατά τα μέσα του 19ου αιώνα συγκλονίστηκε δύο φορές από τη δράση των λουθηροκαλβινιστών αρχικά και της καθολικής προπαγάνδας αργότερα. Η προσπάθεια των πρώτων δεν έλαβε διαστάσεις και σταμάτησε οριστικά το 1843. Σημαντικότερο ήταν το πρόβλημα του προσηλυτισμού στον καθολικισμό, που δημιουργήθηκε το 1859, αλλά κι αυτό αντιμετωπίστηκε έγκαιρα, ως πολιτικό και διπλωματικό ζήτημα.

Πολύ σοβαρότερο ήταν το λεγόμενο Μοναστηριακό ζήτημα, το οποίο, μάλιστα, αποτέλεσε μια από τις κύριες αφορμές της μεγάλης επανάστασης του 1866-1869. Το ζήτημα αυτό βρήκε τη λύση του τον Νοέμβριο του 1865, αλλά η επέμβαση του Ισμαήλ πασά εξέτρεψε τα πράγματα και δημιούργησε μεγάλη ένταση.

Μετά την επανάσταση του 1866-1869 και την αποκατάσταση της εσωτερικής γαλήνης στο νησί, η Εκκλησία Κρήτης προχώρησε στην έκδοση του «Διοργανισμού των εν Κρήτη ιερών μονών, σταυροπηγιακών τε και ενοριακών» (1870). Πρόκειται για τον καταστατικό χάρτη των κρητικών μοναστηριών, που ίσχυσε αναλλοίωτος ως το 1900, όταν τα θέματα της Εκκλησίας Κρήτης ρυθμίστηκαν με το νόμο 276 της Κρητικής Πολιτείας. Με τον διοργανισμό του 1870 αναλήφθηκε από την Εκκλησία Κρήτης η υποχρέωση να ιδρύει σχολεία με τα εισοδήματα των μοναστηριών.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα οι Κρητικοί κληρικοί είχαν την ευκαιρία να φοιτούν σε σχολές ανώτερης Θεολογικής παιδείας (Αθηνών, Ιεροσολύμων, Χάλκης κ.ά.). Από το 1870 όλοι οι αρχιερείς της Κρήτης είναι Κρητικοί. Για τη μόρφωση του κατώτερου κλήρου ιδρύθηκαν και λειτούρ­γησαν εκκλησιαστικά σχολεία στην Κρήτη, όπως η Σχολή του Αγίου Πνεύματος στην επαρχία Αγίου Βασιλείου, που είχε ιδρυθεί από το 1836 και το Ιεροδιδασκαλείο στη μονή της Αγίας Τριάδος των Τζαγκαρόλων, που εξακολουθεί και σήμερα να λειτουργεί ως Εκκλησιαστικό Λύκειο Κρήτης στον Άγιο Ματθαίο Χανίων.

 
© 2010 Ιερά Μητρόπολις Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, Ρέθυμνο, Κρήτη - Τηλεφωνικό Κέντρο 28310 22415 - Fax 28310 28557
 

Ρέθυμνο 

HOTSoft.gr σχεδιασμός, κατασκευή, Προώθηση ιστοσελίδων, Κρητη SEO. Ρέθυμνο Aσύρματα δίκτυα WiFi, Δομημένη καλωδίωση, έξυπνο σπίτι. Rethymno 

Website Design, Web Development, Web site Promotion, SEO Crete SEM.
powered by HOTSoft.gr
internet, δίκτυα & τηλεπικοινωνίες