Οικουμενικον Πατριαρχείον
Οικουμενικον Πατριαρχείον
Οικουμενικον Πατριαρχείον

 

Ἐπιμνημόσυνος Λόγος κατά τό ἐτήσιον Μνημόσυνον τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου

Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου κυροῦ Ἀνθίμου

ἐκφωνηθείς ὑπό τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου κ. Εὐγενίου.

 

 

«Τί λοιπόν; Τῆς ζωῆς μας τό σύνορο θά τό δείχνει ἕνα ὀρθό κυπαρίσσι;

κι ἀπ’ ὅ,τι εἴδαμε, ἀκούσαμε, ἀγγίξαμε, τάφου γῆ θά μᾶς ἔχει χωρίσει;…

Μήπως ὅ,τι θαρροῦμε βασίλεμα, γλυκοχάραγμα αὐγῆς εἶναι πέρα;

Κι ἀντί νάρθει μιά νύχτα ἀξημέρωτη ξημερώνει μιά ἀβράδιαστη μέρα;»

 

Με αὐτούς τους λόγους ο πιστός ποιητής Γ. Δροσίνης καταγράφει τη μεγάλη ἀλήθεια πώς τό τέλος τῶν παρόντων, τῶν ῥεόντων σχημάτων τοῦ κόσμου τούτου διαδέχεται ὄχι τό σκότος, ἀλλά τό φῶς, ὄχι ἡ ἀπόγνωση, ἀλλά ἡ ἐλπίδα, ὄχι τό μηδέν, ἀλλά τό πλήρωμα τῆς ἀγαπητικῆς κοινωνίας μέ τόν Δημιουργό καί Πλάστη μας. Ἡ «ἀβράδιαστη ἡμέρα» τοῦ ποιητῆ εἶναι ἡ «ἀνέσπερος ἡμέρα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ» στήν ποθεινή μας πατρίδα.

 

Σεβασμιώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Κρήτης καί Πρόεδρε

τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,

σεβαστοί πατέρες, ὁσιώτατες μοναχές,

ἐντιμώτατοι Ἄρχοντες καί ἀγαπητοί ἀδελφοί.

 

Παρῆλθε ἕνα ἕτος ἀπό τήν εἰς Κύριον ἐκδημία τοῦ μακαριστοῦ προκατόχου μας Μητροπολίτου Ρεθύμνης και Αὐλοποτάμου κυροῦ Ἀνθίμου. Παρῆλθε ἕνα ἕτος ἀπό τότε πού ὁ Κύριος τόν ἐκάλεσε κοντά Του γιά νά τοῦ χαρίσει τήν ἀνάπαυση ἀπό τούς κόπους καί τούς πόνους τῆς παρούσης ζωῆς. Μιᾶς ζωῆς, ἡ ὁποία συνδέθηκε στενά καί ἄρρηκτα μέ τήν Ἐκκλησία Κρήτης, μέ τήν Ἱερά Μητρόπολη Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου, τήν Ἱστορική Ἐκκλησιαστική αὐτή Ἐπαρχία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ὅπου ὁ Θεός τόν ἔθεσε Ἐπίσκοπο καί Ποιμενάρχη «εἰς καταρτισμόν τῶν ἁγίων, εἰς οἰκοδομήν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ».

Τήν 24η Ὀκτωβρίου 1996 οἱ καμπάνες τοῦ Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ Ἡρακλείου μετέδιδαν τό χαρμόσυνο μήνυμα τῆς εἰς Ἐπίσκοπον ἐκλογῆς του ἀπό τήν Ἱερά Ἐπαρχιακή Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας μας καί ὁ λαός αὐτοῦ τοῦ Τόπου πανηγύριζε. Ἡ μέχρι τότε διακονία του ὡς Γραμματέως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, Ἱεροκήρυκος τῆς Μητροπόλεως αὐτῆς καί Ἡγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Μπαλῆ, ἔδιδαν τά ἐχέγγυα τῆς λαμπρᾶς καί καλλικάρπου ἀρχιερατικῆς του διακονίας.

Στήν δεκατετράχρονη Ἀρχιερατεία του ἐδῶ ὁ Μητροπολίτης Ἄνθιμος ἔδωσε νέα ὤθηση στό ἔργο τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας, συνεχίζοντας τό ἔργο τῶν ἀοιδίμων Προκατόχων του, οἱ ὁποῖοι ἐκλέϊσαν τόν ἱστορικό καί αἱματόβρεκτο θρόνο της. Ἱεροί Ναοί, Ἱερές Μονές, νέες ἐνορίες, ἐκδόσεις, ἀνακαίνιση τῶν Γραφείων τῆς Μητροπόλεως καί τοῦ Ἐπισκοπείου εἶναι λίγα σταχυολογήματα τῆς προσφορᾶς του. Ἔκαμε ὅλα αὐτά καί πολλά ἄλλα ἔχοντας πάντοτε τήν αἴσθηση ὅτι «οὐδέν ἐποίησεν». Οἱ Ἐπίσκοποι, ὅλοι οἱ ἐργάτες τῆς Ἐκκλησίας γνωρίζομε ὅτι κάνομε «ὅ ὀφείλομεν ποιῆσαι… καί ἄν ποιήσωμεν πάντα τά διατεταγμένα ἡμῖν, πάλιν ἀχρεῖοι δοῦλοι ἐσμέν». Μέ αὐτή τή γνήσια καί αὐθεντική αἴσθηση τῆς διακονίας στήν Ἁγία μας Ἐκκλησίας προσέφερε καί ἐκεῖνος τόν ἐαυτόν του «θυσίαν ζῶσαν». «Τετέλεκε τόν δρόμον» ἔχοντας τήν αἴσθηση ὅτι εἶναι στήν ἀρχή.

Ὁ Ἐπίσκοπος Ἄνθιμος δέν ἔπαυσε δεκατέσσερα χρόνια νά ἐργάζεται γιά τήν οἰκοδομή τοῦ ποιμνίου του μέ διάθεση προσφορᾶς καί διακονίας, μέ φρόνημα θυσιαστικό. Δέν ἔπαυσε νά ἱερουργεῖ, νά κηρύττει, νά χειροτονεῖ ἱερεῖς ἀξίους νά διακονήσουν τό ἱερό θυσιαστήριο, νά μεριμνᾶ γιά τήν ἀνέγερση ἱερῶν Ναῶν, νά γεωργεῖ τό γεώργιο τῆς Ἐκκλησίας πού τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος.  Δέν θά ἀποτολμήσομε αὐτή τήν ὥρα ἔκθεση τῶν πεπραγμένων του. Τά γνωρίζει ὁ Θεός στην κρίση τοῦ ὁποίου βρίσκεται. Ἄλλος εἶναι ὁ λόγος πού μᾶς σύναξε σ’ αὐτήν τήν εὐχαριστιακή προσευχητική μας ἀναφορά.

Συναχθήκαμε ἐδῶ τούτη τήν ὥρα γιά νά ἑνώσομε τίς προσευχές μας καί νά τίς κατευθύνομε ὡς θυμίαμα στό θρόνο τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἀνάπαυση τῆς μακαρίας ψυχῆς του μετά τῶν ἁγίων καί τῶν δικαίων, ὅπως θέλει ἡ παράδοση καί ἡ τάξη τῆς Ἐκκλησίας μας.

Συναχθήκαμε γιά νά παρακαλέσομε τόν Τρισάγιο Θεό μας γιά τόν ἄνθρωπο αὐτό πού γνωρίσαμε, πού γευθήκαμε τήν ἀγάπη του, πού τόν ἀγαπήσαμε, γιά τόν ἄνθρωπο πού ἀνάλωσε τή  ζωή του στήν διακονία τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας.

Συναχθήκαμε γιά νά ζητήσομε ἀπό τόν Θεό μας, πού ἔχει  καί «νεκρῶν καί ζώντων τήν ἐξουσίαν», « ὥσπερ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Του λειτουργόν αὐτόν» κατέστησε, ἔτσι νά τόν ἀναδείξει καί στό οὐράνιο Του θυσιαστήριο, ὅπως ἐδόξασε τή ζωή του «ἐπί τῆς γῆς», ἔτσι νά κάμει καί  τήν ἔξοδο του ἀπό τόν κόσμο αὐτό, εἴσοδο στήν Βασιλεία Του, ἐκεῖ, νά χαίρεται αἰώνια «σύν πᾶσι τοῖς Ἁγίοις», ἰδιαιτέρως δέ μέ τόν Ἅγιο Ἱερομάρτυρα Προκάτοχό μας Γεράσιμο Ἐπίσκοπο Ρεθύμνης, τούς Ἁγίους Τέσσερεις, τόν Ὅσιο  Ἰγνάτιο καί ὅλους τούς Ἁγίους πού μεταφυτεύθηκαν ἀπό τοῦτο τόν Τόπο στό περιβόλι τοῦ Οὐρανοῦ καί πολιτογραφήθηκαν πολῖτες στή βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 Στήν ἱερή αὐτή ἐπέτειο, καθώς ἱερογραφοῦμε τήν ἔκβαση τῆς ἀναστροφῆς τοῦ ἀοιδίμου Μητροπολίτου Ἀνθίμου, φέρομε ἐνώπιόν μας τήν αἴσθηση τῆς σκιᾶς τοῦ θανάτου ὅπως μᾶς την περιγράφει χαρακτηριστικά ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής: «Σκιά θανάτου ἐστίν ἡ ἀνθρώπινη ζωή. Εἴ τις οὖν ἐστι μετά τοῦ Θεοῦ και Θεός μετ’αὐτοῦ ἐστιν, οὕτως δύναται εἰπεῖν ἐναργῶς τό, ἐάν και πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σύ μετ’ ἐμοῦ εἶ».

Τό Ἱερό Μνημόσυνο τοῦτο, τό ὁποῖο ἐπιτελεῖ μέ εὐγνωμοσύνη ἡ Ἐκκλησία μας στόν μακαριστό Ἱεράρχη ὑπενθυμίζει ὅτι τά γήινα σχήματα ἔρχονται καί παρέρχονται καί πώς τό μόνο αἰώνιο καί ἀσάλευτο πού ὑπάρχει εἶναι ὁ Θεός μας καί τό ἔργο Του καί γύρω ἀπό Αὐτόν περιστρέφονται ὅλα καί σ’ Αὐτόν κατευθύνονται καί πώς κάθε ὕπαρξις ἀπ’ Αὐτόν ξεκινᾶ καί σ’ Αὐτόν καταλήγει, στά χέρια καί τήν κρίση Του, καταλήγει τελικά στήν ἀγάπη Του πού χαρίζει τήν αἰώνια ζωή, «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν ὑιόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων είς αὐτόν μή ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον» .

Γιά τόν λόγο τοῦτο ἔχομε τήν αἴσθηση πώς σ’ ἕνα Ἐπίσκοπο πού ἀφιερώνει ὅλη του τήν ὕπαρξη στή διακονία τῆς Ἐκκλησίας καί σταυρώνεται διαρκῶς γιά χάρη τῆς Ἐσταυρωμένης ἀγάπης, δέν χρειάζονται ἔπαινοι καί μεταθανάτιοι ἐγκωμιασμοί. Ἄλλωστε, «οὐκ ἔστι προσωποληψία παρά τῷ Θεῷ» καί οἱ ἀληθινά χριστιανικές νεκρολογίες γίνονται διδαχές πού ὠθοῦν στήν αὐτογνωσία καί στήν προσδοκία τῶν μελλόντων, στή διάβαση «ἐκ τοῦ θανάτου, εἰς τήν ζωήν» καί «ἐκ γῆς πρός οὐρανόν».

Ὁ Μητροπολίτης Ἄνθιμος τό ἔζησε αὐτό, τό βίωσε ἰδιαίτερα στό τελευταῖο διάστημα τῆς βιωτῆς του. Τόν βλέπαμε ὅλοι νά πονᾶ καί νά μήν διαμαρτύρεται, νά ὑποφέρει καί νά μή γογγύζει, νά τελειώνει καί νά τελειώνεται, νά βρίσκεται ἐνώπιον τοῦ θανάτου καί νά ἐλπίζει. Αἰσθανόμαστε πώς τήν ἐλπίδα του ἐστήριζε στον λόγο και την ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ζεῖ καθημερινά μυστηριακά το γεγονός τοῦ Σταυροῦ και τῆς Άναστάσεως τοῦ Κυρίου μας. Αἰσθανόμαστε πώς ζοῦσε βαθειά μέσα του τόν Παύλειο λόγο «ἔσχατος ἐχθρός καταργεῖται ὁ θάνατος» ( Α’ Κορ. 15,26). Πώς ἔψαλε μυστικά τό   «Βασιλεύει, ἀλλ’οὐκ αἰωνίζει ἄδης τοῦ γένους τῶν βροτῶν». Πώς πίστευε βαθύτατα στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, πού χαρίζει τήν Ἀνάσταση σ’ ὅλους ἐμᾶς, τά παιδιά καί τούς ἀδελφούς Του.

«Μέσα ἀπό τό κλάμα καί τήν ὀδύνη τοῦ θανάτου», ἔγραφε στήν τελευταῖα Πασχαλινή του ἐγκύκλιο, «μέσα ἀπό τήν ἀδυναμία τῆς ἀρρώστειας καί τή μελαγχολία τοῦ πόνου, μέσα ἀπό τήν ἀπελπισία τῆς ζωῆς καί τή δυσοσμία τῆς κοινωνίας, ἀναπηδᾶ ἕνα κατάλευκο περιστέρι σάν ἐκεῖνο τοῦ κατακλυσμοῦ, πού διαλαλεῖ σ’ ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα ὅτι ὑπάρχει ἀκόμα ζωή, ὑπάρχει ἀκόμα ἐλπίδα καί αὐτή εἶναι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Τό χαρμόσυνο γεγονός εἶναι ὅτι κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νῖκος καί μετά τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου μποροῦμε καί ἐμεῖς νά φωνάζομε πρός τόν θάνατο Ποῦ σου θάνατε τό κέντρον; Ποῦ σου Ἄδη τό νῖκος; Ἀνέστη Χριστός καί ζωή πολιτεύεται».

Αὐτό πού τότε ἔγραφε, τό ξαναζοῦμε ἰδιαίτερα τοῦτες τίς ἡμέρες, πού ὁ λαός μας ὀνομάζει «Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ», στή μεγάλη ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, πού εἶναι ἡμέρα χαρᾶς, «θυμήρης γάρ, οὐ πενθήρης ἡ παροῦσα πανήγυρις», ὅπως λένε οἱ Πατέρες μας.

 Αὐτές τίς ἡμέρες, μέσα ἀπό τήν χαροποιό ἐσχατολογική προοπτική τῆς πίστεώς μας ἀτενίζομε «χωρίς πνοή Ἐκείνην, πού διοχέτευσε στόν κόσμο τήν αὐθεντική καί κατεξοχήν Πνοή, τήν ἴδια τή Ζωή». Ὅμως, γνωρίζομε βαθειά πώς στόν θάνατο Αὐτῆς ποῦ ὑπῆρξε μητέρα τοῦ Χριστοῦ, Αὐτῆς ποῦ ἔδωσε ζωή στόν Σωτήρα καί Κύριό μας καί ποῦ Τοῦ δόθηκε ὁλοκληρωτικά μέχρι τέλους, ἡ Ἐκκλησία ἀνακάλυψε καί βίωσε τόν θάνατο ὄχι ὡς φόβο καί ἔσχατη ἀποτυχία ἀλλ" ὡς πλήρωμα αὐθεντικῆς Ἀναστάσιμης χαρᾶς καί ἀπαρχή ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου. Μέσα σ’ αὐτήν τήν προοπτική  μνημονεύομε σήμερα τοῦ ὀνόματος καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς παρουσίας τοῦ Μητροπολίτου Ἀνθίμου.

Αὐτήν τήν ἡμέρα, τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας, πρίν ἕνα χρόνο, ἐπέλεξε ὁ Θεός νά καλέσει κοντά Του τόν θεοτοκόφιλο Ποιμενάρχη τῆς Ἐκκλησίας τῆς παροικούσης ἐνταῦθα. Τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος συνέδεσε τή ζωή του μέ τό ἱερό Πρόσωπό Της ἄρρηκτα.  Πλημμυρισμένος μέ τήν πατρώα εὐσέβεια, κάνοντας προσευχητική ἀναφορά διαρκῶς στήν Ἀλατσατιανή Παναγία, πολλές φορές εἶχε κηρύξει  ὁ ἴδιος στούς ἀνθρώπους, ἐδῶ στό Μητροπολιτικό μας Ναό, ὅπως καί πιό πρίν στό Ἱερό Προσκύνημα Της στό Χάρακα καί ἀκόμη πιό πρίν στήν Παναγία τῆς Ἀγκαράθου, τῆς Μονῆς τῆς μετανοίας του, πώς  «ὁ θάνατος τῆς Παναγίας μας, ὅπως ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ, δέν εἶναι θάνατος ἀλλά «ζωοκοίμητος μετάστασις» καί ἀποτελεῖ προοίμιο τῆς μεταστάσεως ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Πώς «στήν Κοίμηση Της, μᾶς ἀποκαλύπτεται ὅλο τό χαρμόσυνο μυστήριο αὐτοῦ τοῦ θανάτου ποῦ μεταποιεῖται σέ χαρά δική μας, τοῦ καθενός προσωπικά, ἐπειδή ἡ Παρθένος Μαρία εἶναι ἕνας ἀπό μᾶς».

 Εἶχε γράψει μέ τήν καλλιέπεια τῆς γραφίδας του, πώς, στήν ἄφθορη κοίμηση τῆς Παρθένου Μαρίας ὁ θάνατος γίνεται «αὐγή μυστικῆς ἡμέρας», γίνεται Πάσχα, διάβασις ἀπό τῶν λυπηροτέρων ἐπί τά θυμηδέστερα. Ἡ τελευτή της δέν τήν ἐχώρισε ἀπό τόν κόσμο, «ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπε», μᾶλλον δέ ἀνεπτέρωσε καί τίς ἐλπίδες καί κατήργησε τήν ἀπόγνωση τῆς φθορᾶς ἀφοῦ τάφον οἰκήσασα ἔδειξε Παράδεισον. Γι’ αὐτό δέν θεωροῦμε καθόλου τυχαῖο τό γεγονός τῆς κοιμήσεώς του τήν ἡμέρα τῆς κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, πού τήν γιόρτασε μέ ἕνα δικό του ξεχωριστό τρόπο, μέ λαχτάρα ἔνθεη, ἐκκλησιαζόμενος νοερά στήν πρώτη μετά ἀπό τόσα χρόνια Θεία Λειτουργία πού ὁ Παναγιώτατος Πατριάρχης μας τελοῦσε στήν Παναγία Σουμελᾶ τοῦ Πόντου.

Ὁ ἀοίδιμος Μητροπολίτης Ἄνθιμος εἶχε ἄλλωστε εὐλογημένη Μικρασιατική καταγωγή, τό ἔλεγε μάλιστα παντοῦ καί τό εἶχε καύχημα του, ἀλλά, ὅπως ὅλων μας, γνώριζε καλά ὅτι πατρίδα του ἦταν «ἡ ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἡ μή βλεπομένη, νοουμένη δέ πόλις, ἐν ἧ πολιτευόμεθα καί πρός ἥν ἐπειγόμεθα, ἧς πρῶτος πολίτης Χριστός» καί τήν 15ην Αὐγούστου κοιμήθηκε εἰρηνικά, σέ ἡλικία 57 ἐτῶν. «Τελειωθείς ἐν ὀλίγῳ ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς, ἀρεστή γάρ ἦν Κυρίῳ ἡ ψυχή αὐτοῦ». 

Σήμερα, ἕνα ἕτος μετά, ὅλοι ἐμεῖς, οἱ πολυσέβαστοι καί πολυφίλητοι Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, ὁ Ἱερός Κλῆρος καί ὁ εὐσεβῆς λαός μας, γονατίζομε μπροστά στόν τάφο του, ἀνάβομε τό καντῆλι του, βάζομε θυμίαμα καί μνημονεύομε αὐτό πού ἦταν καί αὐτά πού πρόσφερε στήν Ἐκκλησία μας.

Καί ἐπαναλαμβάνοντας τό Ἰώβειον «Ὡς τῶ Κυρίῳ ἔδοξε, οὔτω καί ἐγένετο. Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον», παρακαλοῦμε μέ πίστη τόν Κύριό μας «Μετά τῶν Ἁγίων ἀνάπαυσον Χριστέ τήν ψυχήν τοῦ δούλου σου, ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, λύπη καί στεναγμός, ἀλλά ζωή ἀτελεύτητος».

Καί παρακαλοῦμε τόν πιστό του θεράποντα, Μητροπολίτη Ἄνθιμο, νά προσεύχεται καί νά πρεσβεύει ἀπό ἐκεῖ πού βρίσκεται γιά ὅλους ἐμᾶς, τό λαό τοῦ Θεοῦ καί τούς ποιμένες του, αὐτές τίς δύσκολες ὥρες. Καί ἀκόμη τόν παρακαλοῦμε νά χαιρετίσει ἀπό μέρους μας ὅλους τούς μακαριστούς Κρῆτες Ἱεράρχες, μέ πρώτους τόν μακαριστό Ἀρχιεπίσκοπο Εὐγένιο, ὁ ὁποῖος τόν ἐχειροτόνησε Πρεσβύτερο, λίγο πρό τῆς δικῆς του τελευτῆς, καί τόν Ἀρχιεπίσκοπο Τιμόθεο, ὁ ὁποῖος πολύ τόν ἀγαποῦσε καί τόν χειροτόνησε Ἐπίσκοπο. Νά χαιρετίσει τούς προκατόχους μας, ὅλους τούς ἐκ τοῦ Ἱεροῦ Καταλόγου, ἰδιαίτερα δέ τούς Ἐθνομάρτυρες τῆς Ἀρκαδικῆς Ἐθελοθυσίας καί νά τούς πεῖ ὅτι εἴμαστε ἐδῶ διαφυλάσσοντας τίς ἱερές παρακαταθῆκες τους καί διακονοῦμε τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας «ἀπό τό χρέος μή κινοῦντες» (Καβάφη, Θερμοπύλες).

Μέ τίς σκέψεις αὐτές, πού γίνονται ἐγκάρδια καί θερμή προσευχή στή σεπτή μνήμη τοῦ ἀοιδίμου προακατόχου μας Μητροπολίτου Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου Ἀνθίμου, ἐπιθυμοῦμε νά εὐχαριστήσομε εὐγνωμόνως Ἐσᾶς, Σεβασμιώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Κρήτης καί τούς Ἀδελφούς Ἁγίους Ἀρχιερεῖς πού βρεθήκατε σήμερα κοντά μας καί νά σᾶς εὐχηθοῦμε ὁ Θεός νά εὐλογεῖ πάντοτε τούς Ἀρχιερατικούς σας βηματισμούς. Νά εὐχαριστήσομε τούς Ἄρχοντες τοῦ Τόπου μας, τούς Ἱερεῖς, τίς Μοναστικές Ἀδελφότητες καί τόν φιλοπάτορα λαό τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ρεθυμνίων γιά τήν παρουσία καί τή συμπροσευχή τους.

Στό ἐτήσιο αὐτό μνημόσυνο τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Ρεθύμνης καί Αὐλοποτάμου κυροῦ Ἀνθίμου συναγμένοι τούτη τήν ἱερή στιγμή καί ἔχοντας ὅλοι μας καί καθένας ξεχωριστά ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἐνστερνισθεῖ τούς Παύλειους λόγους «Ἐμοί γάρ τό ζῆν Χριστός καί τό ἀποθανεῖν κέρδος» ( Φιλ. Α’, 21) καί «ἐάν τε ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνήσκομεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν» (Ρωμ. 14, 8), δέν λυπούμαστε «καθώς καί οἱ λοιποί οἱ μή ἔχοντες ἐλπίδα. Εἰ γάρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καί  ἀνέστη, οὓτω και ὁ Θεός τούς κοιμηθέντας διά τοῦ  Ἰησοῦ ἄξει σύν αὐτῷ» (Θεσ. Δ’, 13).

 Καί τό μόνο πού κάνομε εἶναι νά ἐπαναλαμβάνομε «Ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξε, οὓτω καί ἐγένετο. Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον», καί νά κρατοῦμε στήν σκέψη μας τήν ἱεροπρεπῆ, σεμνή καί σοβαρή παρουσία τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Ἀνθίμου.

Ἄς εἶναι ἡ μνήμη του αἰωνία καί ἡ εὐχή του ἀς συνοδεύει πάντοτε τήν Ἐκκλησία, τήν ὁποίαν ἐποίμανε, τόν ταπεινό διάδοχό του, ὁ ὁποῖος, στοιχημένος στήν Ἀποστολική διαδοχή, συνεχίζει τό ἔργο του, ἀνανεώνοντας τό ἔλαιον στήν ἀκοίμητη κανδῆλα τοῦ Ἱεροῦ Βήματός Της καί στό εὐλογημένο Πλήρωμά Της, τό ὁποῖον διακρατεῖ τά ζώπυρα τῆς εὐσεβείας τῶν προγόνων του καί τόν ὀρθόδοξο πολιτισμό του.

 «Ἀνθίμου Ἀρχιερέως, τοῦ θεοφιλῶς ποιμάναντος τήν Ἱεράν Μητρόπολιν ταύτην, εἴη, δι’ εὐχῶν πάντων ἡμῶν, αἰωνία ἡ μνήμη».

 

 

 

 

 
© 2010 Ιερά Μητρόπολις Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, Ρέθυμνο, Κρήτη - Τηλεφωνικό Κέντρο 28310 22415 - Fax 28310 28557
 

Ρέθυμνο 

HOTSoft.gr σχεδιασμός, κατασκευή, Προώθηση ιστοσελίδων, Κρητη SEO. Ρέθυμνο Aσύρματα δίκτυα WiFi, Δομημένη καλωδίωση, έξυπνο σπίτι. Rethymno 

Website Design, Web Development, Web site Promotion, SEO Crete SEM.
powered by HOTSoft.gr
internet, δίκτυα & τηλεπικοινωνίες