Οικουμενικον Πατριαρχείον
Οικουμενικον Πατριαρχείον
Οικουμενικον Πατριαρχείον

 

 

ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ

ΡΕΘΥΜΝΗΣ ΚΑΙ ΑΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ κ. ΕΥΓΕΝΙΟΥ

ΚΑΤΑ ΤΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ

ΤΟΥ ΜΝΗΜΕΙΟΥ ΤΩΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΩΝ

ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΩΝ ΡΕΘΥΜΝΟΥ

(ΑΝΤΙ ΑΛΛΟΥ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ)

Κυ­ρι­α­κή 2 Ὀ­κτω­βρί­ου 2016

¯¯¯

   «Αρ­χί­σα­με να βα­δί­ζου­με πι­α­σμέ­νοι α­π' το χέ­ρι, κον­τά ο έ­νας στον άλ­λον, χα­μέ­νοι, μου­δι­α­σμέ­νοι, δι­σταχ­τι­κοί, σαν νά '­μα­στε τυ­φλοί και δεν ξέ­ρου­με πού θα μας φέ­ρει το κά­θε βή­μα που α­πο­τολ­μού­σα­με. Γυ­ρεύ­α­με ξε­νο­δο­χεί­ο στο λι­μά­νι γι­α ν' α­κουμ­πή­σου­με και να πε­ρι­μέ­νου­με τους δι­κούς μας. Ό­που ό­μως κι αν ρω­τού­σα­με, παίρ­να­με την ί­δι­α στε­ρε­ό­τυ­πη α­πό­κρι­ση:

 

   — Α­π' τη Σμύρ­νη έρ­χε­στε; Δε δε­χό­μα­στε πρό­σφυ­γες.

   — Μα θα σας πλη­ρώ­σου­με κα­λά, άν­θρω­ποι του Θε­ού, έ­λε­γε η θεί­α Ερ­μι­ό­νη.

   Ε­κεί­νοι ε­πέ­με­ναν στην άρ­νη­σή τους:

   — Φο­βό­μα­στε τις ε­πι­τά­ξεις. Δε μά­θα­τε λοι­πόν πως στη Χί­ο, στη Μυ­τι­λή­νη, στη Σά­μο έφ­τα­σε προ­σφυ­γο­λό­ι, κι ε­πι­τά­ξα­νε ό­λα τα σχο­λεί­α, τα ξε­νο­δο­χεί­α, τα πάν­τα;

   — Τί θέ­λα­με, τί γυ­ρεύ­α­με μεις να 'ρ­θού­με σε τού­τον τον α­φι­λό­ξε­νο τό­πο, έ­λε­γε η κυ­ρί­α Ελ­βί­ρα. Τί θέ­λα­με και τί γυ­ρεύ­α­με να χω­ρι­στού­με α­πό τους άν­δρες μας!

   Στο τέ­λος βρέ­θη­κε έ­νας α­ναγ­κε­μέ­νος ξε­νο­δό­χος και μας έ­δω­σε έ­να σκο­τει­νό, ά­θλι­ο δω­μά­τι­ο με έ­ξι κρε­βά­τι­α. Γι­α πό­τε γι­νή­κα­με πραγ­μα­τι­κοί πρό­σφυ­γες δεν το κα­τα­λά­βα­με. Μέ­σα σε λί­γα ει­κο­σι­τε­τρά­ω­ρα ό­λος ο κό­σμος α­να­πο­δο­γύ­ρι­σε.

   Βα­πό­ρι­α φτά­ναν το έ­να πί­σω α­πό τ' άλ­λο και ξε­φόρ­τω­ναν κό­σμο, έ­ναν κό­σμο ξε­κουρ­ντι­σμέ­νον, αλ­λό­κο­το, άρ­ρω­στο, συ­φο­ρι­α­σμέ­νο, λες κι έβ­γαι­νε α­πό φρε­νο­κο­μεί­α, α­πό νο­σο­κο­μεί­α, α­πό νε­κρο­τα­φεί­α. Έ­πη­ξαν οι δρό­μοι, το λι­μά­νι οι εκ­κλη­σι­ές, τα σχο­λει­ά, οι δη­μό­σι­οι χώ­ροι. Στα πε­ζο­δρό­μι­α γεν­νι­όν­ταν παι­δι­ά και πέ­θαι­ναν γέ­ροι.

   Ε­νά­μι­σι ε­κα­τομ­μύ­ρι­ο άν­θρω­ποι βρε­θή­κα­νε ξαφ­νι­κά έ­ξω α­π' την προ­γο­νι­κή τους γη. Πα­ρά­τη­σαν σκο­τω­μέ­να παι­δι­ά και γο­νι­ούς ά­τα­φους. Πα­ρά­τη­σαν πε­ρι­ου­σί­ες, τον καρ­πό στα δέν­δρα και στα χω­ρά­φι­α, το φα­ΐ στη φου­φού, τη σο­δει­ά στην α­πο­θή­κη, το κομ­πό­δε­μα στο συρ­τά­ρι, τα πορ­τρέ­τα των προ­γό­νων στους τοί­χους. Και βάλ­θη­καν να τρέ­χουν να φεύ­γουν κυ­νη­γη­μέ­νοι α­π' το τούρ­κι­κο μα­χαί­ρι και τη φω­τι­ά του πο­λέ­μου. Έρ­χε­ται μι­α τρα­γι­κή στιγ­μή στη ζω­ή του αν­θρώ­που, που το θε­ω­ρεί τύ­χη να μπο­ρέ­σει να πα­ρα­τή­σει το έ­χει του, την πα­τρί­δα του το πα­ρελ­θόν του και να φύ­γει, να φύ­γει λα­χα­νι­α­σμέ­νος α­πο­ζη­τών­τας αλ­λού τη σι­γου­ρι­ά. Άρ­πα­ξαν οι άν­θρω­ποι βάρ­κες, κα­ΐ­κι­α, σχε­δί­ες, βα­πό­ρι­α, πέ­ρα­σαν τη θά­λασ­σα σ' έ­ναν ο­μα­δι­κό, φο­βε­ρό ξε­νι­τε­μό. Κοι­μή­θη­καν α­πο­βρα­δίς νοι­κο­κυ­ραί­οι στον τό­πο τους και ξύ­πνη­σαν φυ­γά­δες, θα­λασ­σο­πό­ροι, ά­στε­γοι ά­πο­ροι, α­λή­τες και ζη­τι­ά­νοι στα λι­μά­νι­α του Πει­ραι­ά, της Σα­λο­νί­κης, της Κα­βά­λας του Βό­λου, της Πά­τρας.

   Ε­νά­μι­σι ε­κα­τομ­μύ­ρι­ο α­γω­νί­ες και οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα ξεμ­παρ­κά­ρα­νε στο φλού­δι της Ελ­λά­δας, με μι­α θλι­βε­ρή ταμ­πέ­λα κρε­μα­σμέ­νη στο στή­θος: «Πρό­σφυ­γες!» Πού να α­κουμ­πή­σουν οι πρό­σφυ­γες; τί να σκεφ­τούν; τί να ξε­χά­σουν; τί να πρά­ξουν; πού να δου­λέ­ψουν; πώς να ζή­σουν;

   Τρέ­μαν α­κό­μα α­π' το φό­βο. Τα μά­τι­α τους ή­ταν κόκ­κι­να α­π' το αι­μά­τι­νο πο­τά­μι της κό­λα­σης που δι­ά­βη­καν. Και σαν πά­τη­σαν σε στέ­ρε­ο έ­δα­φος, με­τρή­θη­καν να δουν πό­σοι φτά­σα­νε και πό­σοι λεί­πουν. Κι οι ζων­τα­νοί δεν το πι­στεύ­α­νε, μό­νο ά­πλω­ναν τα χέ­ρι­α τους στο κορ­μί τους και το ψά­χνα­νε, γι­α να βε­βαι­ω­θού­νε πως δεν ή­ταν βρι­κό­λα­κες. Και ψά­χναν και γι­α την ψυ­χή τους, να δουν αν ή­ταν στη θέ­ση της. Μ' αυ­τή ή­ταν ά­φαν­τη. Εί­χε μεί­νει πί­σω στην πα­τρί­δα κον­τά στους α­γα­πη­μέ­νους νε­κρούς και στους αιχ­μα­λώ­τους, κον­τά στα σπι­τά­κι­α, στα χω­ρά­φι­α, στις δου­λει­ές…

   Κι εί­παν: πε­ρα­στι­κοί εί­μα­στε, ας βο­λευ­τού­με ό­πως ό­πως, κι αύ­ρι­ο θα μα­τα­γυ­ρί­σου­με στα μέ­ρη μας. Κι α­πο­ζη­τού­σαν, τού­τη την ελ­πί­δα, με την ί­δι­α λαχ­τά­ρα σαν το ψω­μί το νε­ρό και τ᾿ α­λά­τι». (Δι­δώ Σω­τη­ρί­ου, Οι νε­κροί πε­ρι­μέ­νουν. Μυ­θι­στό­ρη­μα, Κέ­δρος, Α­θή­να 1979 (7η έκδ.), σ. 132-134).

 

   Καί ἔ­φυ­γαν μέ τήν ἐλ­πί­δα καί τή λαχ­τά­ρα πε­ρι­μέ­νον­τας. Οἱ νε­κροί πε­ρι­μέ­νουν, ὅ­πως μᾶς εἶ­πε ἡ Δι­δώ Σω­τη­ρί­ου στό μυ­θι­στό­ρη­μα της μέ τόν ὁ­μώ­νυ­μο τί­τλο.

   Καί γι­ά αὐ­τούς πού πε­ρι­μέ­νουν ἐ­δῶ στό Ρέ­θυ­μνο κά­τι κά­να­με λοι­πόν. Γι­ά τόν πα­τέ­ρα μου, τ᾿ ἀ­δέλ­φι­α του, τόν παπ­ποῦ καί τήν γι­α­γι­ά μου, πού ἦλ­θε ἀ­πό τή Σμύρ­νη στό Ἡ­ρά­κλει­ο, κρα­τών­τας στό ἕ­να χέ­ρι πέν­τε παι­δι­ά καί στό ἄλ­λο μι­ά εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου Μη­νᾶ, ἡ ὁ­ποί­α σή­με­ρα βρί­σκε­ται στό Ρέ­θυ­μνο. Γι­ά ὅ­λους τούς δι­κούς σας, πού ἔ­μει­ναν ἐ­κεῖ ἤ βρῆ­καν ἀ­νά­παυ­ση σέ τοῦ­το τόν παν­το­τι­νά φι­λό­ξε­νο τό­πο, στό Ρέ­θυ­μνο, κά­να­με αὐ­τό τό Μνη­μεῖ­ο.

   Πρίν λί­γες ἡ­μέ­ρες βρέ­θη­κα στά ἁ­γι­α­σμέ­να χώ­μα­τα τῶν πα­τρί­δων τους γι­ά τήν ἐν­θρό­νι­ση τοῦ πρώ­του Μη­τρο­πο­λί­τη Σμύρ­νης με­τά τόν Μη­τρο­πο­λί­τη Χρυ­σό­στο­μο. Βρέ­θη­κα στή χει­ρο­το­νί­α τοῦ πρώ­του Ἐ­πι­σκό­που Ἐ­ρυ­θρῶν, με­τά ἀ­πό 94 χρό­νι­α, καί δέν μπο­ρῶ πα­ρά νά μήν πῶ πό­ση συγ­κί­νη­ση καί χα­ρά ἔ­νι­ω­σα. Καί θέ­λω νά σᾶς ἀ­να­φέ­ρω κά­τι πού ἄ­κου­σα ἀ­πό τόν ἐκ­πρό­σω­πο τῆς Ἀ­δελ­φό­τη­τας Μι­κρα­σι­α­τῶν Μυ­τι­λή­νης, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στό νέ­ο Ἐ­πί­σκο­πο εἶ­πε: «Υ­πάρ­χουν ει­δι­κοί ε­πι­στή­μο­νες που α­σχο­λούν­ται με τους πρό­σφυ­γες. Τους αν­θρώ­πους που ᾿χά­σαν την πα­τρί­δα τους πό­τε κυ­νη­γη­μέ­νοι α­πό το λε­πί­δι του ε­χθρού, πό­τε α­πό την α­νέ­χει­α και την πεί­να και πό­τε α­πό τα α­λι­σβε­ρί­σι­α των ι­σχυ­ρών. Ε­τού­τοι λοι­πόν οι ει­δι­κοί λέ­νε πως η πρώ­τη γε­νι­ά των προ­σφύ­γων, οι που ζή­σαν το χα­μό δη­λα­δή, πα­λεύ­ει να ζή­σει. Να ε­ξα­σφα­λί­σει τη ζω­ή την ε­παύ­ρι­ον μέ­ρα! Η δεύ­τε­ρη γε­νι­ά α­γω­νί­ζε­ται να στε­ρι­ώ­σει. Να δεί­ξει πως οι μέ­ρες της α­νέ­χει­ας πέ­ρα­σαν. Πως τα κα­τα­φέρ­νουν κα­λά πι­α...

   Κι ύ­στε­ρα έρ­χε­ται η τρί­τη γε­νι­ά. 80, 90, 100 χρό­νι­α με­τά τις μέ­ρες της προ­σφυ­γι­άς. Κα­λο­ζω­ι­σμέ­νοι και με τις δύ­σκο­λες ώ­ρες μυ­θο­ποι­η­μέ­νες. Πα­ρα­μύ­θι­α στα στερ­νά του παπ­πού και της γι­α­γι­άς, ι­στο­ρί­ες γι­α πα­τρί­δες ά­γνω­στες, γι­α τό­πους με μι­α ο­μορ­φι­ά μο­να­δι­κή στον κό­σμο ό­λο. Κά­που ε­κεί οι άν­θρω­ποι της τρί­της γε­νι­άς των προ­σφύ­γων αρ­χί­ζουν να στρέ­φουν το κε­φά­λι κα­τά πί­σω. Εί­ναι που νι­ώ­θουν ε­τού­τα τα έρ­μα τα πα­ρα­μύ­θι­α τα γραμ­μέ­να στην ψυ­χή τους να τους γδέρ­νουν το νου; Εί­ναι που θέ­λουν να κα­ταρ­ρί­ψουν το μύ­θο; Ή μή­πως α­πλά θέ­λουν να μά­θουν κι αυ­τό κον­τά σε ό­λα τα άλ­λα; Ό,τι α­π’ ό­λα και να συμ­βαί­νει γε­γο­νός εί­ναι πως οι πλη­γές λέ­νε πως εί­ναι πι­α ξε­ρα­μέ­νες. Αλ­λά δεν εί­ναι. Και σύν­το­μα το κα­τα­λα­βαί­νουν ε­τού­το.

   Ε­τού­τες θα πεί­τε πως εί­ναι κοι­νω­νι­κές κι αν­θρω­πο­λο­γι­κές ι­στο­ρί­ες και τι μας νοι­ά­ζει ε­μάς. Μας νοι­ά­ζει…

   Γι­α­τί σή­με­ρα πολ­λοί, α­νά­με­σα τους και α­πό­γο­νοι Μι­κρα­σι­α­τών προ­σφύ­γων ήρ­θα­με γι­α να πα­νη­γυ­ρί­σου­με γι­α μι­α πλη­γή στα πλευ­ρά των Ρω­μι­ών που δεν κλεί­νει 94 χρό­νι­α τώ­ρα… Ε­τού­τη η πλη­γή πα­ρέ­μει­νε α­νοιχ­τή κι αι­μορ­ρο­ού­σα, κα­κο­φορ­μι­σμέ­νη, πλη­γή που δεν κα­θα­ρί­στη­κε πο­τές της, κα­νείς και πο­τέ δεν την πε­ρι­ποι­ή­θη­κε... Χρό­νι­α τώ­ρα πα­ρα­τη­μέ­νη, η­θε­λη­μέ­να θαρ­ρείς α­πό τους προ­η­γού­με­νους... Και το πι­ό­τε­ρο ση­μαν­τι­κό! Τι μο­να­δι­κή αί­σθη­ση ο πό­νος ε­τού­της της πλη­γής; Χώ­ρι­α που μό­λις νοι­ώ­σεις πως την κου­βα­λάς αρ­χι­νάς να σερ­γι­α­νί­ζεις κον­τά της...» (Ἀ­πό τήν ὁ­μι­λί­α τοῦ κ. Εὐ­στρα­τί­ου Μπα­λά­σκα, ἐκ­προ­σώ­που τῆς ὑ­πό ἵ­δρυ­ση Ἀ­δελ­φό­τη­τος Μι­κρα­σι­α­τῶν Μι­τυ­λή­νης, κα­τά τήν εἰς Ἐ­πί­σκο­πον Ἐ­ρυ­θρῶν χει­ρο­το­νί­α τοῦ Θε­ο­φιλ. Κυ­ρίλ­λου).

 

   Αὐ­τήν τήν πλη­γή ἐμ­φα­νί­σα­με καί θά ἐμ­φα­νί­ζο­με μέ τό μνη­μεῖ­ο αὐ­τό ἀ­πό τώ­ρα καί στό ἑ­ξῆς γι­ά πάν­τα στό Ρέ­θυ­μνο, μέ ἕ­ναν καί μό­νο σκο­πό. Νά μήν τήν ξα­να­ζή­σο­με καί νά μήν ἐ­πι­τρέ­ψο­με νά ξα­να­γί­νει πο­τέ, που­θε­νά καί γι­ά κα­νέ­ναν ἄλ­λο.

 

 

 

Φωτογραφίες: Δημήτριος Πολιτάκης.

 

 
© 2010 Ιερά Μητρόπολις Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, Ρέθυμνο, Κρήτη - Τηλεφωνικό Κέντρο 28310 22415 - Fax 28310 28557
 

Ρέθυμνο 

HOTSoft.gr σχεδιασμός, κατασκευή, Προώθηση ιστοσελίδων, Κρητη SEO. Ρέθυμνο Aσύρματα δίκτυα WiFi, Δομημένη καλωδίωση, έξυπνο σπίτι. Rethymno 

Website Design, Web Development, Web site Promotion, SEO Crete SEM.
powered by HOTSoft.gr
internet, δίκτυα & τηλεπικοινωνίες