Οικουμενικον Πατριαρχείον
Οικουμενικον Πατριαρχείον
Οικουμενικον Πατριαρχείον

 

 

«ΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΟ ΦΩΣ»

ΟΜΙΛΙΑ

ΤΟΥ κ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΑΛΟΥΣΤΡΟΥ

ΚΑΤΑ ΤΗΝ 73η ΕΠΕΤΕΙΟ

ΤΟΥ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ

Α­νώ­γεια-Αρ­μί, 13 Αυ­γού­στου 2017

Των Α­νω­γεί­ων Μα­ρί­α

 

Μά­θε να κλαις

Μνή­μη μαρ­τύ­ρων και θυ­μί­α­μα τα λό­για των δα­κρύ­ων

Τρεις στρώ­σεις στά­χτη κά­τω α­πό τα πό­δια μας

Κι ο πό­νος δε γεν­νά­ει δι­και­ώ­μα­τα

Για­τί, θαρ­ρείς, φο­ρέ­σα­με κα­τά­σαρ­κα τη νύ­χτα;

 

 

Μα­ρί­α των Α­νω­γεί­ων, του Δι­στό­μου Μα­ρί­α

Εί­ναι με­γά­λη γεν­ναι­ό­τη­τα να κλαις

Α­νυ­πε­ρά­σπι­στη μη μέ­νει η α­θω­ό­τη­τα μες στα χα­λά­σμα­τα

Για το α­πα­ρη­γό­ρη­το κε­νό δι­ά­βη­μα το δά­κρυ

Κι εί­ναι πά­λι, που σου μι­λώ, η ε­βδο­μά­δα των θρή­νων

 

Α­νώ­νυ­μη Μα­ρί­α, μά­να, α­δελ­φή μας και πα­τρί­δα μας

Το βλέ­πεις πως οι ά­γιοι δε γε­λούν στα ει­κο­νί­σμα­τα

Πρέ­πει να αν­τέ­χει στη φω­τιά ό,τι εί­ναι φως να δώ­σει

Μά­θε να κλαις, το δά­κρυ παι­δι­κής ψυ­χής α­πό­σταγ­μα

Κι εί­ναι πάν­τα, που σου μι­λώ, η ε­βδο­μά­δα των ύ­μνων

 

Μα­ρί­α της πέ­τρας, μεί­νε, ό­πως εί­σαι, μέ­σα στη σι­ω­πή

Και κά­θε που στο δί­κιο κα­τα­φεύ­γω του βου­νού

Και κά­θε που στε­φα­νω­μέ­νος πί­σω γυ­ρί­ζω, ως έ­μα­θες

Συ­νέ­χι­σε να κλαις. Το ε­ναλ­λασ­σό­με­νο δά­κρυ

Κι­νού­σε α­πό πάν­τα τη φτε­ρω­τή της καρ­διάς μας

 

Γυ­ναί­κα, Α­νω­γεια­νή ψυ­χή, με τις σε­μνές α­νάγ­κες

Των ε­πί­γει­ων χρό­νων μας το άγ­γιγ­μα…

Με­τράς τα χρό­νια σου, λεί­πουν τα κα­λύ­τε­ρα

Και καν δε δώ­σα­με σε δρό­μο τ’ ό­νο­μά σου

Και σε πλα­τεί­ες μες στα μαύ­ρα δε σε μαρ­μα­ρώ­σα­με!

 

Ό­μως πα­ρη­γο­ρή­σου και μην κλαις

Έ­χει η καρ­διά το ει­κο­νο­στά­σι της κι ε­κεί έ­χεις θέ­ση!

 

 

   Ε­ξο­χώ­τα­τε κύ­ρι­ε Πρό­ε­δρε της Δη­μο­κρα­τί­ας,

 

   Συγ­χω­ρέ­στε τη  μι­κρή λυ­ρι­κή πα­ρέκ­κλι­ση α­πό το πρω­τό­κολ­λο, έ­χει α­σφα­λώς κι ο τύ­πος την ου­σί­α του, ό­μως, αν εί­ναι τρό­πος, το χρέ­ος το σω­στό πρέ­πει να ε­ξο­φλεί­ται στην ώ­ρα του.

   Μι­λών­τας για ό­λους, μιαν α­λή­θεια, α­πό τις πιο πι­κρές και ί­σως γι’ αυ­τό α­λη­θι­νό­τε­ρη, μας α­πο­κα­λύ­πτει ο Γάλ­λος φυ­σι­κο­μα­θη­μα­τι­κός και στο­χα­στής Πα­σκάλ, χα­ρά­ζον­τας ά­παξ και ε­ξα­κο­λου­θη­τι­κά το πε­ρί­γραμ­μα της αν­θρώ­πι­νης μοί­ρας!

   «Το με­γα­λεί­ο του αν­θρώ­που, λέ­ει, βρί­σκε­ται στην ε­πί­γνω­ση της α­θλι­ό­τη­τάς του!»

   Αρ­γό­τε­ρα πο­λύ ο Μπέρ­τολ Μπρέ­χτ, θέ­λον­τας, θαρ­ρείς, να δο­κι­μά­σει την αν­το­χή του η­θι­κού μας προ­στάγ­μα­τος «Ε­λευ­θε­ρί­α ή Θά­να­τος», ή μή­πως για να ο­δη­γή­σει τη σκέ­ψη μας ε­πέ­κει­να των η­θι­κών δι­λημ­μά­των, ση­μεί­ω­νε το μνη­μει­ώ­δες ε­κεί­νο:«Α­λί­μο­νο στους λα­ούς, που έ­χουν α­νάγ­κη α­πό ή­ρω­ες», γνω­ρί­ζον­τας ω­στό­σο πως και δυ­ο φο­ρές και τρι­σα­λί­μο­νο σε ε­κεί­νους, που, ε­νώ έ­χουν α­νάγ­κη α­πό ή­ρω­ες, δε δι­α­θέ­τουν.

   Τις α­φο­ρι­στι­κές αυ­τές α­λή­θει­ες βι­ώ­νου­με ως λυ­τρω­τι­κή εμ­πει­ρί­α κά­θε φο­ρά, που του κύ­κλου τα γυ­ρί­σμα­τα μας ξα­να­φέρ­νουν πί­σω σε στιγ­μές τρα­γι­κές και με­γα­λει­ώ­δεις, ό­πως τα 22 με­ρό­νυ­χτα, που μνη­μο­νεύ­ου­με σή­με­ρα,  ό­ταν ο τό­πος αυ­τός πα­ρα­δό­θη­κε στις φλό­γες και τη δυ­να­μί­τι­δα, δι­κα­σμέ­νος για υ­περ­βάλ­λον­τα πα­τρι­ω­τι­σμό και ε­ξέ­τι­σε την ποι­νή του, πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν!

   Κι εί­ναι πά­λι η ώ­ρα που πρέ­πει, να τι­μή­σου­με τις ι­ε­ρές μνή­μες, να δώ­σου­με βή­μα στα γε­γο­νό­τα, να α­πο­κρυ­σταλ­λώ­σου­με την ι­στο­ρι­κή α­λή­θεια και μέ­σα α­πό αυ­τήν να στε­ρε­ώ­σου­με, το κα­τά δύ­να­μη, την ε­θνι­κή μας πί­στη.

   Εί­ναι η ώ­ρα της μνή­μης και της πε­ρί­σκε­ψης, για να μη γί­νον­ται οι ο­δυ­νη­ρές ε­πέ­τει­οι γι­ορ­τές σαν φα­νε­ρές συ­νο­μω­σί­ες, που ε­ρή­μην των γε­γο­νό­των πα­ρα­γρά­φουν ή μυ­θο­ποι­ούν την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα!

   Η α­πό­στα­ση των 73 χρό­νων α­πό το δί­σε­κτο ε­κεί­νο Αύ­γου­στο του ’44 ε­πι­τρέ­πει με κα­θα­ρό­τε­ρο μά­τι και δι­αυ­γέ­στε­ρη ψυ­χή να α­πο­τι­μή­σου­με τα γε­γο­νό­τα.

   Και  με­τά τον πρώ­το, αλ­λά κυ­ρί­ως με­τά το δεύ­τε­ρο με­γά­λο πό­λε­μο, υ­πήρ­ξαν λα­οί και ό­χι λί­γοι, που έ­πρε­πε να α­πο­κη­ρύ­ξουν α­πό ντρο­πή το πρό­σφα­το πα­ρελ­θόν τους, και κα­τέ­φυ­γαν στη συλ­λο­γι­κή α­μνη­σί­α, για να μπο­ρέ­σουν με κά­ποι­ον αυ­το­σε­βα­σμό να συ­νε­χί­σουν την ι­στο­ρί­α τους.

   Η πα­τρί­δα μας δεν ή­ταν α­νά­με­σά τους. Η Στά­ση της στην πρώ­τη πρά­ξη του τε­λευ­ταί­ου πο­λέ­μου, με τη συν­τρι­βή του φα­σι­στι­κού δό­ρα­τος, δι­έ­λυ­σε το μύ­θο του α­ήτ­τη­του των δυ­νά­με­ων του Ά­ξο­να, κερ­δί­ζον­τας τον παγ­κό­σμιο θαυ­μα­σμό και η Αν­τί­στα­σή της σε ό­λη τη διά­ρκεια της Γερ­μα­νι­κής ε­πι­βο­λής δι­έ­σω­σε την ε­λευ­θε­ρί­α και την τι­μή της και συ­νέ­βα­λε α­πο­φα­σι­στι­κά να κρα­τη­θούν ό­λες ε­κεί­νες οι α­ξί­ες πά­νω στις ο­ποί­ες εί­χε θε­με­λι­ω­θεί ο Δυ­τι­κός και δι’ αυ­τού ο παγ­κό­σμιος πο­λι­τι­σμός.

   Η αν­τί­στα­ση για την Κρή­τη ε­ναν­τί­ον των Γερ­μα­νών ξε­κί­νη­σε το Μά­η του ΄41 στο Μά­λε­με και ει­δι­κό­τε­ρα για τους Μυ­λο­πο­τα­μί­τες, α­νά­με­σα στους ο­ποί­ους και πολ­λοί Α­νω­γεια­νοί, στην πε­ρι­ο­χή του Λα­τζι­μά, ό­που υ­πο­δέ­χτη­καν κα­τ’ ου­σί­αν ά­ο­πλοι, ή με ό­ποι­ο μέ­σο δι­έ­θε­ταν κι αρ­γό­τε­ρα με τα ό­πλα των αν­τι­πά­λων τους ου­ρα­νο­κα­τέ­βα­τους ει­σβο­λείς.

   Με­τά την ε­πι­κρά­τη­ση των Γερ­μα­νών η Κρή­τη έ­πε­σε, αλ­λά δεν πα­ρα­δό­θη­κε. Σε ό­λη τη διά­ρκεια της κα­το­χής σε ο­λό­κλη­ρο το νη­σί ορ­γα­νώ­θη­καν και έ­δρα­σαν αν­τι­στα­σια­κές ορ­γα­νώ­σεις, πα­θη­τι­κής αν­τί­στα­σης στην αρ­χή, έ­νο­πλου α­γώ­να στη συ­νέ­χεια, αν­τι­τάσ­σον­τας το δι­κό τους ΟΧΙ στην ε­δραί­ω­ση του Γερ­μα­νι­κού κα­θε­στώ­τος κα­το­χής.

   Α­πό τις τέσ­σε­ρεις πιο ορ­γα­νω­μέ­νες αν­τι­στα­σια­κές ο­μά­δες, οι άλ­λες τρεις ή­ταν του  Πε­τρα­κο­γι­ώρ­γη, του  Μα­νώ­λη Μπαν­του­βά και του Αν­τώ­νη Γρη­γο­ρά­κη , ε­κεί­νη, που α­φο­ρά στα Α­νώ­γεια, και έ­δρα­σε στην πε­ρι­ο­χή του ά­νω Μυ­λο­πο­τά­μου με φυ­σι­κή έ­δρα τον Ψη­λο­ρεί­τη εί­ναι η Α­νε­ξάρ­τη­τη Ο­μά­δα Α­νω­γεί­ων, που με την έν­τα­ξή της στο Ε.Α.Μ με­τω­νο­μά­ζε­ται σε Ε­παρ­χια­κή Ε­πι­τρο­πή Ά­νω Μυ­λο­πο­τά­μου και με­τά την α­πό­σχι­σή του και την έν­τα­ξή της στην Ε­θνι­κή Ορ­γά­νω­ση Κρή­της, σε Πε­ρι­φε­ρεια­κή Ορ­γά­νω­ση Κρή­της.

   Η ορ­γά­νω­ση αυ­τή ευ­τύ­χη­σε να έ­χει ε­πι­κε­φα­λής δυ­ο α­λη­θι­νά δι­ο­ρα­τι­κούς και ρω­μα­λέ­ους πα­τρι­ώ­τες, το Γιά­ννη Δρα­μουν­τά­νη ή Στε­φα­νο­γιά­ννη και με­τά τη σύλ­λη­ψη και την ε­πί τό­που ε­κτέ­λε­σή του α­πό τους Γερ­μα­νούς στις 13 Φλε­βά­ρη του ’44,  το Μι­χά­λη Ξυ­λού­ρη ή Χρι­στο­μι­χά­λη.

   Υ­πό τη συ­νε­τή και γεν­ναί­α η­γε­σί­α των αν­τι­προ­σω­πευ­τι­κών αυ­τών Α­νω­γεια­νών, που πάπ­που προς πάπ­που ή­ξε­ραν πως, ό­που η ε­λευ­θε­ρί­α φι­μώ­νε­ται και οι κλει­στοί δρό­μοι στε­νεύ­ουν τον κό­σμο, τα μο­νο­πά­τια τον κά­νουν α­πέ­ραν­το, ο­δή­γη­σαν τα βή­μα­τα των ε­λεύ­θε­ρων πο­λι­ορ­κη­μέ­νων των Α­νω­γεί­ων στα α­πρό­σι­τα λη­μέ­ρια του Ψη­λο­ρεί­τη, α­πό ό­που ε­ξορ­μών­τας έ­κα­ναν κά­θε δυ­να­τή ζη­μιά στον κα­τα­κτη­τή.

   Τα Πε­τρα­δο­λά­κια, ο Μαυ­ριάς, ο κάμ­πος της Νί­δας, το Κο­ρί­τσι, ο Γουρ­νό­λα­κος, ο Πε­τριάς, ο Πο­τα­μός του Μά­κρη, τα Σί­σαρ­χα, το Γω­νια­νό φα­ράγ­γι, τα Τυ­λισ­σα­νά Α­λώ­νια, το Κε­ρα­τί­δι, η Δα­μά­στα, το Σφα­κά­κι εί­ναι κά­ποι­οι μό­νο α­πό τους τό­πους του Α­νω­γεια­νού «Μο­λών Λα­βέ», λέ­ξεις και τό­ποι, που έ­κτο­τε συ­νω­νυ­μούν στη μνή­μη μας με με­τε­ρί­ζι τσ’ α­θρω­πιάς, τρα­γού­δι κα­τη­χη­τι­κό της α­γω­γής μας.

   Η συ­νο­λι­κή προ­σφο­ρά της αν­τί­στα­σης των Α­νω­γεια­νών στον α­γώ­να για την α­πο­τί­να­ξη του κα­το­χι­κού ζυ­γού εί­ναι α­νε­κτί­μη­τη: Πέ­ρα α­πό τα σαμ­πο­τάζ και τις έ­νο­πλες συγ­κρού­σεις, πού έ­φθει­ραν και α­πα­σχο­λού­σαν τους Γερ­μα­νούς, στην ζο­φε­ρή α­τμό­σφαι­ρα της κα­το­χής κρά­τη­σε α­δού­λω­το το φρό­νη­μα αν­ταρ­τών και α­μά­χων, πα­ρέ­σχε κά­θε δυ­να­τή βο­ή­θεια δί­νον­τας κα­τα­φύ­γιο στις συμ­μα­χι­κές α­πο­στο­λές, ορ­γά­νω­σε δί­κτυ­ο κα­τα­σκο­πί­ας, δί­νον­τας ση­μαν­τι­κές πλη­ρο­φο­ρί­ες στο στρα­τη­γεί­ο της Μέ­σης Α­να­το­λής και τέ­λος δι­έ­σω­σε το ι­στο­ρι­κό αρ­χεί­ο της πε­ρι­ό­δου, για να έ­χουν κον­τά στη γνώ­ση και μνή­μην οι φύ­λα­κες.

   Το τί­μη­μα για ό­λην αυ­τήν τη δρά­ση ή­ταν α­κρι­βό:

   Στην πε­ρί­ο­δο 1940-1944, ο φό­ρος αί­μα­τος των Α­νω­γεια­νών α­νέρ­χε­ται σε 161 νε­κρούς α­πό συγ­κρού­σεις και ε­κτε­λέ­σεις, 161 ζω­ές κα­τα­τε­θει­μέ­νες στο τα­μεί­ο πα­ρα­κα­τα­θη­κών της πρό­σφα­της ι­στο­ρί­ας του τό­που.  Προ­σθέ­στε τις πα­ρά­πλευ­ρες α­πώ­λει­ες α­πό τις α­σθέ­νει­ες και την α­σι­τί­α, τον α­νεί­πω­το πό­νο, το φό­βο, τις ε­κτο­πί­σεις και τις αγ­γα­ρεί­ες, τις στε­ρή­σεις, τις κα­κου­χί­ες και τους ε­ξευ­τε­λι­σμούς, για­τί τον πό­λε­μο αυ­τό, ό­πως και οι άλ­λοι κα­τα­κτη­μέ­νοι λα­οί οι κά­τοι­κοι των Α­νω­γεί­ων τον βί­ω­σαν ως εμ­πει­ρί­α κα­θο­λι­κή, α­πο­κο­ρύ­φω­μα της ο­ποί­ας υ­πήρ­ξε το ι­σο­πε­δω­τι­κό ο­λο­καύ­τω­μα του χω­ριού τους, το τρί­το στην ι­στο­ρί­α του.

   Η δι­α­τα­γή του φρου­ράρ­χου Κρή­της εί­ναι α­πο­κα­λυ­πτι­κή για το πώς, ώ­ρα που δι­αι­σθά­νον­ται την ήτ­τα, οι κα­τα­κτη­τές ει­σέ­πρα­ξαν την αν­τί­στα­ση των κα­τοί­κων.

   Ε­πει­δή η πό­λις των Α­νω­γεί­ων εί­ναι κέν­τρο της Αγ­γλι­κής κα­τα­σκο­πί­ας εν Κρή­τη.

   Και ε­πει­δή οι Α­νω­γεια­νοί ε­ξε­τέ­λε­σαν το φό­νο του λο­χί­ου φρου­ράρ­χου Γε­νί –Γκα­βέ και της υ­π’ αυ­τόν φρου­ράς.

   Και ε­πει­δή οι Α­νω­γεια­νοί ε­ξε­τέ­λε­σαν το σαμ­πο­τάζ της Δα­μά­στας.

   Ε­πει­δή εις Α­νώ­γεια ευ­ρί­σκουν ά­συ­λον και προ­στα­σί­αν οι αν­τάρ­ται των δι­ά­φο­ρων ο­μά­δων αν­τι­στά­σε­ως.

   Και ε­πει­δή εκ των Α­νω­γεί­ων δι­ήλ­θον και οι α­πα­γω­γείς με τον στρα­τη­γόν φον Κρά­ϊ­πε χρη­σι­μο­ποι­ή­σαν­τες ως σταθ­μόν δι­α­κο­μη­δής τα Α­νώ­γεια, δι­α­τάσ­σο­μεν την ΙΣΩΠΕΔΩΣΙΝ τού­των και την ε­κτέ­λε­σιν παν­τός άρ­ρε­νος ό­στις ή­θε­λεν ευ­ρε­θεί εν­τός του χω­ρί­ου και πέ­ριξ αυ­τού εις α­πό­στα­σιν ε­νός χι­λι­ο­μέ­τρου. Χα­νιά 13-8 1944.

   «Με­τά α­πό κά­θε ε­λευ­θε­ρί­α, λέ­ει ο Κα­μύ, υ­πάρ­χει μια δι­κα­στι­κή α­πό­φα­ση».

   Στρα­τι­ώ­τη Μίλ­λερ, 73 χρό­νια με­τά η α­πο­λο­γί­α μας πα­ρα­μέ­νει α­με­τά­θε­τη:

   Α­πο­δε­χό­μα­στε ό­λες τις κα­τη­γο­ρί­ες, τι­μη­τι­κό­τε­ρη ποι­νή δε θα μπο­ρού­σε να υ­πάρ­ξει, ό­μως σας δι­έ­φυ­γε πως πα­τρί­δα για μας δεν εί­ναι μό­νο έ­νας ο­ρι­σμέ­νος τό­πος, που μπο­ρεί­τε να τον ρη­μά­ξε­τε, αλ­λά και έ­νας ο­ρι­σμέ­νος τρό­πος, που α­πό κα­τα­βο­λής, μας έ­μα­θε να βα­δί­ζου­με με την καρ­διά στο κόκ­κι­νο και την  ψυ­χή στο ό­λα ή τί­πο­τα, έ­νας τρό­πος, που δεν μπο­ρεί­τε να τον αλ­λά­ξε­τε και  αν­τέ­ξα­με α­γόγ­γυ­στα ό­λες τις συ­νέ­πει­ες, ό­χι για­τί εί­μα­στε α­τρό­μη­τοι, αλ­λά για­τί αυ­τός εί­ναι ο τρό­πος μας, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο που δεν ελ­πί­ζα­με να ξέ­ρε­τε πως το κα­θή­κον κά­θε στρα­τι­ώ­τη τε­λει­ώ­νει ε­κεί, που ε­γεί­ρε­ται η συ­νεί­δη­ση του αν­θρώ­που, ό­ταν για τη μι­κρή χα­ρά του δή­μιου μα­νι­κές ι­δε­ο­λη­ψί­ες του ε­πι­βάλ­λουν,  να κά­νει πράγ­μα­τα, που ζη­μι­ώ­νουν την ψυ­χή του, που εν τέ­λει δεν ελ­πί­ζα­με να ξέ­ρε­τε πως το με­γα­λεί­ο του αν­θρώ­που βρί­σκε­ται σε κά­ποι­αν ε­πί­γνω­ση, ας εί­ναι και της α­θλι­ό­τη­τάς του!    Αυ­τός εί­ναι ο τρό­πος μας, εί­ναι η ψυ­χή μας κι αυ­τήν την πα­τρί­δα εί­ναι υ­πε­ρο­ψί­α μω­ρό­δο­ξη να θαρ­ρεί­τε πως μπο­ρεί­τε να μας την πά­ρε­τε.

   Κι αυ­τά δεν τα λέ­με, για να σας εκ­δι­κη­θού­με, η εκ­δί­κη­ση, έ­χουν πει, σε δέ­νει με το χει­ρό­τε­ρο ε­χθρό σου κι ε­μείς, α­κό­μη και με το κό­στος μιας συγ­χώ­ρε­σης, θα πα­ρα­μεί­νου­με τα­μέ­νοι στην ε­λευ­θε­ρί­α, ό­πως α­κρι­βώς υ­παι­νίσ­σε­ται ο ποι­η­τής:

 

Τις νύ­χτες, λέ­ει, κά­θε που έ­χω α­νάγ­κη να σε μι­σή­σω,

πά­νω στης μνή­μης τον τρο­χό α­κο­νί­ζω τα λό­για,

μα το χά­ρα­μα στο πρώ­το φτε­ρο­κό­πη­μα που­λιού,

οι λέ­ξεις μου, οι πιο πι­στές, αυ­το­μο­λούν στην α­γά­πη!

 

   Η εν­το­λή ε­κτε­λέ­στη­κε αυ­θη­με­ρόν και για 22 με­ρό­νυ­χτα, το μέ­νος και η έ­κτα­ση της κα­τα­στρο­φής εί­ναι α­σύλ­λη­πτα:

   Σε έκ­θε­ση του ο Χρι­στο­μι­χά­λης, δι­α­τυ­πω­μέ­νη σε ε­κεί­νη τη λυ­γε­ρή και α­δέ­ξια κα­θα­ρεύ­ου­σα, σε μια προ­σπά­θεια, θαρ­ρείς, να τη­ρη­θεί και το γράμ­μα της πα­ρά­δο­σης, που θέ­λει ε­πί­ση­μα δι­α­τυ­πω­μέ­νες τις πα­ρα­κα­τα­θή­κες, με πό­νο αλ­λά και ευ­γέ­νεια ψυ­χής, α­πο­τυ­πώ­νει ό­λο το τρα­γι­κό σκη­νι­κό του χα­λα­σμού:

   «Η κα­τα­στρο­φή των Α­νω­γεί­ων (α­να­φέ­ρει) εί­ναι ο­λο­κλη­ρω­τι­κή, λε­η­λα­τη­θει­σών α­πα­σών των οι­κι­ών, παν­τός αν­τι­κει­μέ­νου, ρου­χι­σμού, τρο­φί­μων και δι­’­ε­κρη­κτι­κών υ­λών και πυρ­κα­ϊ­ών α­πο­πε­ρά­τω­σαν το ο­λέ­θριον, βάρ­βα­ρον και κα­τα­στρε­πτι­κόν έρ­γο των, μη φη­σθέν­των ού­τε εκ­κλη­σι­ών ού­τε σχο­λεί­ων. Εις την πε­ρι­ο­χήν του α­ο­ριού κα­τέ­στρε­ψαν εκ θε­με­λί­ων ά­παν­τα σχε­δόν τα λι­θό­κτι­στα μι­τά­τα (μάν­δρας) και δι­ήρ­πα­σαν, ά­παν­τα τα υ­πό­λοι­πα αι­γο­πρό­βα­τα της πε­ρι­ο­χής α­νερ­χό­με­να εις 10.000 και πλέ­ον. Ά­παν­τα τα οι­κό­σι­τα ζώ­α μι­κρά και με­γά­λα, α­ρο­τρι­ών­τα, χοί­ροι, φορ­τη­γά ζώ­α κα­τε­σφά­γη­σαν. Η πα­ρα­γω­γή πε­ρι­βο­λί­ων και αμ­πέ­λων ε­πί­σης κα­τε­στρά­φη. Τρεις χι­λιά­δες γυ­ναι­κο­παί­δων δι­α­τε­λούν εν προ­σφυ­γί­α, ά­στε­γα, στε­ρού­με­να και των στοι­χι­ω­δών μέ­σων υ­γι­ει­νής και πε­ρι­θάλ­ψε­ως ή­τοι εν­δυ­μα­σι­ών, ε­σω­ρού­χων, κλι­νο­στρω­μνής, τρο­φί­μων κ.λ.π. και αν­τι­με­τω­πί­ζουν τον εκ πεί­νας και α­σθε­νει­ών θά­να­τον, πα­ρ’ ό­λον τον αλ­τρου­ϊ­σμόν και την φι­λο­ξε­νί­αν των κα­τοί­κων της ε­παρ­χί­ας, η ο­ποί­α βέ­βαι­α δεν εί­ναι δυ­να­τόν να πα­ρα­τα­θεί ε­πί μα­κρόν».

   Η  ά­γρυ­πνη μνή­μη και το χρέ­ος εί­ναι που μας φέρ­νουν κι εί­μα­στε κά­θε Αύ­γου­στο ε­δώ και η ευ­γνω­μο­σύ­νη εις τον αι­ώ­να προς ό­σους μας πα­ρα­στά­θη­καν.

 

   Φί­λοι συγ­χω­ρια­νοί, ε­κλε­κτοί προ­σκε­κλη­μέ­νοι, κυ­ρί­ες και κύ­ριοι,

 

   Α­να­φέ­ρο­μαι συ­νο­πτι­κά στα γε­γο­νό­τα ό­χι τό­σο για λό­γους οι­κο­νο­μί­ας, ό­σο για­τί η δι­ε­ξο­δι­κή πα­ρά­θε­ση θα α­δι­κού­σε μοι­ραί­α ό­σα στα πλαί­σια μιας μνη­μό­συ­νης α­να­φο­ράς θα πα­ρα­λεί­πον­ταν, και κυ­ρί­ως για­τί τα γε­γο­νό­τα α­πό μό­να τους δεν ε­ξαν­τλούν την α­λή­θεια.

   Η α­λή­θεια ε­κτεί­νε­ται πο­λύ πέ­ραν των γε­γο­νό­των!

   Στα με­τά τα γε­γο­νό­τα πρέ­πει να συ­νυ­πο­λο­γί­ζε­ται η ερ­μη­νεί­α, που τους ε­πι­φυ­λάσ­σου­με, που τα α­ξι­ο­ποι­εί ή τα μα­ται­ώ­νει, κα­θώς που, ό­ταν το αί­μα στε­γνώ­νει, το γε­γο­νός γί­νε­ται μύ­θος και ο μύ­θος έ­χει τη δι­κή του χρη­σι­μό­τη­τα, αλ­λά, ε­πει­δή η α­λή­θεια του πιο πο­λύ έ­χει να κά­νει με το ζη­τού­με­νο, δεν έ­χει υ­πο­χρέ­ω­ση να σέ­βε­ται την α­κρί­βεια των  δε­δο­μέ­νων και στα πριν τα γε­γο­νό­τα, πρέ­πει να συ­νε­κτι­μά­ται πρω­τί­στως η πρό­θε­ση, που τα γεν­νά, και  α­πό την ο­ποί­α α­ναμ­φί­βο­λα και εν πολ­λοίς πι­στο­ποι­εί­ται η η­θι­κή τους ποι­ό­τη­τα, για­τί η πρό­θε­ση εί­ναι το μό­νο, που μας α­νή­κει εξ ο­λο­κλή­ρου, ε­νώ ο τρό­πος που ε­νερ­γή­σα­με ή το α­πο­τέ­λε­σμα, ό­ποι­ο κι αν εί­ναι, κα­θώς ξε­φεύ­γει συ­χνά α­πό τη βού­λη­σή μας δεν έ­χει α­σφα­λώς την ί­δια βα­ρύ­τη­τα.

   Η άλ­λη αυ­τή δι­ά­στα­ση των γε­γο­νό­των, που μνη­μο­νεύ­ου­με, η δι­ά­στα­ση του βά­θους ή του  ύ­ψους, αν προ­τι­μά­τε, δι­α­φαί­νε­ται α­πό την πρό­θε­ση, το σκο­πό, πά­ει να πει, που  πί­στευ­αν πως αν­τι­στε­κό­με­νοι υ­πη­ρε­τού­σαν, ό­πως α­πο­κα­λύ­πτε­ται μέ­σα α­πό τα έγ­γρα­φα, τις ε­πι­στο­λές και τις δι­η­γή­σεις των εμ­πλε­κό­με­νων και εί­ναι αυ­τό, που μά­θα­με να α­πο­κα­λού­με Α­νω­γεια­νό ή­θος.

   Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό δείγ­μα του Α­νω­γεια­νού αυ­τού ψυ­χι­κού πα­ρα­στή­μα­τος συ­ναν­τού­με σε έγ­γρα­φο του Νί­κου Σταυ­ρα­κά­κη ή Α­ε­ρο­πό­ρου, στε­νού συ­νερ­γά­τη του Στε­φα­νο­γιά­ννη, προς το λο­χα­γό Ραλφ Στόκ­μπρι­τζ, α­ξι­ω­μα­τι­κό της μυ­στι­κής αν­τι­κα­τα­σκο­πί­ας, α­πε­σταλ­μέ­νο της βρε­τα­νι­κής α­πο­στο­λής στην Κρή­τη.

   Ο Α­ε­ρο­πό­ρος ε­νο­χλη­μέ­νος α­πό την προ­σπά­θεια του βρε­τα­νού να ε­πι­τύ­χει τη α­πό­σχι­ση των αν­δρών της Α­νω­γεια­νής Ο­μά­δας Αν­τί­στα­σης α­πό το Ε.Α.Μ. γρά­φει: «Έ­χο­μεν πλή­ρη ε­πί­γνω­σιν της θέ­σε­ώς μας ως λα­ού, ως Έ­θνους, ως α­τό­μων υ­πο­δου­λω­μέ­νων και δια τού­τον δι­α­θέ­σα­μεν τα πάν­τα δια τον Ι­ε­ρόν Α­γώ­να, η μό­νη μας δε λύ­πη σή­με­ρον εί­ναι ό­τι δεν έ­χο­μεν να δι­α­θέ­σω­μεν τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά μό­νον την ζω­ήν, την ο­ποί­αν προ­θύ­μως και ευ­χα­ρί­στως θα δι­α­θέ­σω­μεν.

   Ό,τι εί­χα­μεν ποί­ος λί­γο ποί­ος πο­λύ το δι­α­θέ­σα­μεν … κι­νού­με­νοι μό­νον α­πό το τί­μιον, το α­νι­δι­ο­τε­λές, το α­γνόν, το ι­δα­νι­κόν αί­σθη­μα του πα­τρι­ω­τι­σμού, ως αν­τά­ξιοι α­πό­γο­νοι εν­δό­ξων προ­γό­νων. Δεν κά­νο­μεν ε­πο­μέ­νως εκ­με­τά­λευ­σιν. Φί­λοι ει­λι­κρι­νείς και α­νι­δι­ο­τε­λείς… εις αν­τάλ­λαγ­μα δεν ε­ζη­τή­σα­μεν τί­πο­τα α­πό Σας. Και τι θα ζη­τού­σα­μεν, χρή­μα­τα ί­σως; Οι ευ­γε­νείς α­γώ­νες δεν πλη­ρώ­νον­ται με χρυ­σόν. Η­θέ­λα­μεν μό­νον α­γα­πη­τέ μου κ. Λο­χα­γέ έ­να λί­γο πράγ­μα, έ­να ε­λά­χι­στον ως α­μοι­βήν. Α­να­γνώ­ρι­σιν εκ μέ­ρους σας των υ­πη­ρε­σι­ών τού­των τας ο­ποί­ας προ­σφέ­ρο­μεν α­νι­δι­ο­τε­λώς, κά­ποι­αν η­θι­κήν ι­κα­νο­ποί­η­σιν, κά­ποι­αν η­θι­κήν προ­στα­σί­αν, που αν μας πε­ρι­μέ­νει κα­μιά κα­κή τύ­χη, να μη μας χα­ρα­κτη­ρί­σουν κα­κο­ποι­ούς και κλέ­πτας».

   Εί­ναι α­κρι­βώς η φω­νή της συ­νεί­δη­σης, που δι­εκ­δι­κεί έ­ναν­τι πάν­των, εν προ­κει­μέ­νω και των συμ­μά­χων, την κα­θο­λι­κή α­να­γνώ­ρι­ση της η­θι­κής α­κε­ραι­ό­τη­τας, και αυ­τό το «έ­να λί­γο πράγ­μα», την η­θι­κή προ­στα­σί­α, την ε­νε­πί­γνω­στη α­να­γνώ­ρι­ση την ο­φεί­λου­με α­κέ­ραι­η σε ε­κεί­νους, που πο­λέ­μη­σαν, ό­πως α­κέ­ραι­η την ο­φεί­λου­με και στους γέ­ρον­τες και στα παι­διά και πρω­τί­στως στην Α­νω­γεια­νή α­νώ­νυ­μη η­ρω­ί­δα, τη μά­να, τη σύ­ζυ­γο, την α­δελ­φή, που με ό­λους τους τρό­πους αν­τι­στά­θη­κε.

  Η Α­νω­γεια­νή γυ­ναί­κα με Δω­ρι­κή καρ­τε­ρι­κό­τη­τα υ­πέ­μει­νε τα πάν­δει­να: τη στέ­ρη­ση, τον πό­νο, την α­που­σί­α, την εκ­δί­κη­ση της αν­ταρ­το­σύ­νης, τον ξε­ρι­ζω­μό, την πεί­να και το θά­να­το, έ­μει­νε πί­σω να καλ­λι­ερ­γεί την πέ­τρα και την α­παν­το­χή των α­νήμ­πο­ρων, έ­μει­νε πί­σω να α­νά­βει τα καν­τή­λια, να μνη­μο­νεύ­ει, να μοι­ρο­λο­γά­ται, να προ­σεύ­χε­ται και να σω­παί­νει.

   Κά­τω α­π’ το τσεμ­πέ­ρι σκέ­πα­σε τα δρο­σε­ρά της χρό­νια και τί­μη­σε τα μαύ­ρα με πυ­κνό­τη­τα ση­μει­ο­λο­γι­κή, πά­ει να πει την εμ­πει­ρί­α πως δεν υ­πάρ­χει α­λή­θεια ι­κα­νή να γι­α­τρέ­ψει τη λύ­πη, κα­θώς δε που για ε­κεί­νη ο πό­λε­μος τέ­λος δεν εί­χε, θυ­σι­ά­στη­κε ο­λο­ζω­ής ση­κώ­νον­τας ό­λο το βά­ρος του πέν­θους, και αρ­κέ­στη­κε σε ό,τι α­πο­μέ­νει να εί­ναι η γυ­ναί­κα δί­χως έ­να χτε­νά­κι στα μαλ­λιά, χω­ρίς έ­να κοκ­κι­νά­δι!

   Τα Α­νώ­γεια εί­ναι στο πολ­λα­πλά­σιο το Δί­στο­μο της Κρή­της. Η  Α­νω­γεια­νή γυ­ναί­κα, το δι­κό μας πρό­σω­πο της Μα­ρί­ας Παν­τί­σκα, που,  με ό­σα τα μά­τια τα στε­γνά ξέ­ρουν να πουν, έ­γι­νε παγ­κο­σμί­ως η εμ­βλη­μα­τι­κή φι­γού­ρα της θλιμ­μέ­νης δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας, της βου­βής κα­ταγ­γε­λί­ας, για ό­σα η βαρ­βα­ρό­τη­τας και η κτη­νω­δί­α του πο­λέ­μου ε­πι­φέ­ρουν!

   Της χρω­στού­με μια του­λά­χι­στον α­πο­κλει­στι­κή τι­μη­τι­κή εκ­δή­λω­ση κά­πο­τε.

 

   Α­γα­πη­τοί φί­λοι,

 

   Για να ε­κτι­μη­θεί σω­στά το η­θι­κό με­γα­λεί­ο των υ­πε­ρα­σπι­στών της ε­λευ­θε­ρί­ας του τό­που, θα πρέ­πει να εν­τα­χθεί στο ευ­ρύ­τε­ρο πλαί­σιο του πο­λέ­μου και εν προ­κει­μέ­νω της μά­χης της Κρή­της.

   Α­πό την ε­πο­μέ­νη της λή­ξης της ο Γερ­μα­νι­κός στρα­τός έ­θε­σε σε ε­φαρ­μο­γή έ­να σχέ­διο αν­τεκ­δι­κή­σε­ων, που ό­μοι­ό του δεν εί­χε δει το φως μέ­χρι ε­κεί­νη τη στιγ­μή σε ό­λη τη διά­ρκεια του πο­λέ­μου. Με την εν­το­λή του Στούν­τεντ άρ­χι­σαν ο­μα­δι­κές ε­κτε­λέ­σεις α­θώ­ων α­δι­α­κρί­τως, που συλ­λαμ­βά­νον­ταν ό­χι στο πε­δί­ο της μά­χης, αλ­λά ο­που­δή­πο­τε, πυρ­πο­λή­σεις σπι­τι­ών και ο­λό­κλη­ρων χω­ρι­ών, υ­πο­λο­γί­ζε­ται ό­τι μό­νο τους πρώ­τους μή­νες της γερ­μα­νι­κής κα­το­χής ε­κτε­λέ­στη­καν 2000 άν­θρω­ποι, γυ­ναί­κες και άν­δρες, με την κα­τη­γο­ρί­α ό­τι πο­λέ­μη­σαν το γερ­μα­νι­κό στρα­τό, χω­ρίς να εί­ναι στρα­τι­ώ­τες. Αυ­τό, κα­τά τους Γότ­θους, εί­ναι το δί­και­ο του πο­λέ­μου, πα­ρ’ ό­τι το άρ­θρο 2 της Χά­γης α­να­γνω­ρί­ζει ρη­τά το δι­καί­ω­μα σε κά­θε α­μυ­νό­με­νο, ελ­λεί­ψει χρό­νου, να υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται και ά­τα­κτα τον ε­αυ­τό του!

   Σε αυ­τήν την κα­τη­γο­ρί­α υ­πά­γε­ται και το Α­νω­γεια­νό αν­τάρ­τι­κο, α­φού οι στρα­τευ­μέ­νοι του χω­ριού, ό­πως και ό­λης της Κρή­της, έ­λει­παν υ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νοι, ό­πως μπο­ρού­σαν, τα σύ­νο­ρα της πά­νω Ελ­λά­δας.

   Ό­μως μέ­τρα σαν κι αυ­τά σε έ­ναν λα­ό με υ­ψη­λό ε­πί­πε­δο α­ξι­ο­πρέ­πειας ο­δη­γούν στο εν­τε­λώς αν­τί­θε­το α­πο­τέ­λε­σμα. Ό­χι μό­νο δεν κάμ­πτουν το α­γω­νι­στι­κό του φρό­νη­μα, αλ­λά προ­σβάλ­λουν και αυ­τήν την αί­σθη­ση του δι­καί­ου, κα­θώς του εί­ναι α­δύ­να­τον να εν­νο­ή­σει τι σό­ι δί­και­ο εί­ναι αυ­τό, που νο­μι­μο­ποι­εί τον ει­σβο­λέ­α και ποι­νι­κο­ποι­εί ε­κεί­νον που α­μύ­νε­ται για την τι­μή και τη ζω­ή του.

   Ε­άν οι ι­σχυ­ροί θέ­λουν να ε­πι­βά­λουν τη δύ­να­μή τους πά­νω στους α­σθε­νέ­στε­ρους, προ­φα­νώς μπο­ρούν να το κά­νουν. Δεν μπο­ρούν ό­μως να το πε­ρά­σουν στις συ­νει­δή­σεις των αν­θρώ­πων και μά­λι­στα ε­κεί­νων, που τυ­χαί­νει να μη έ­χουν μά­θει να γο­να­τί­ζουν, πα­ρά μο­νά­χα για να προ­σευ­χη­θούν.

   Τα εγ­κλή­μα­τα των Γερ­μα­νών με τη μορ­φή αν­τι­ποί­νων ε­ναν­τί­ον α­μά­χων ή η­μι­στρα­τι­ω­τι­κών ο­μά­δων ως μέ­τρο εκ­φο­βι­σμού, ε­πι­βο­λής και κυ­ρι­αρ­χί­ας εί­ναι ε­πι­ει­κώς η­λί­θιο και ως άλ­λο­θι τά­χα πα­ρα­βί­α­σης του στρα­τι­ω­τι­κού κώ­δι­κα τι­μής εί­ναι η­θι­κά λι­πο­βα­ρές, αν δεν εί­ναι παν­τε­λώς κα­τά­πτυ­στο.

   «Άλ­λοι και­ροί, λέ­ει ο Σε­φέ­ρης, ή­σαν άλ­λοι πό­λε­μοι. Εί­χε ο ε­χθρός έ­να ντου­φέ­κι, εί­χες κι ε­σύ έ­να». Κι έ­λε­γες έ­χει κά­που να πα­τά το αί­ο­λο ε­κεί­νο δί­και­ο της δο­ρυ­κτη­σί­ας.

   Η Μά­χη της Κρή­της στο σύ­νο­λό της  δε θα μεί­νει στην ι­στο­ρι­κή συ­νεί­δη­ση ως μια έ­στω ε­τε­ρο­βα­ρής ε­πι­χεί­ρη­ση, ό­σο μια σύγ­κρου­ση α­νά­με­σα στην υ­πε­ρο­πλί­α ε­νός τα­κτι­κού στρα­τού α­πέ­ναν­τι στο ψυ­χι­κό σθέ­νος α­πλών αν­θρώ­πων.

   Αλ­λά για ι­δεί­τε η μό­νη κα­τα­φυ­γή των α­δυ­νά­των του πο­λέ­μου, η ε­πί­κλη­ση του δι­καί­ου, η η­θι­κή κα­ταγ­γε­λί­α ό­σων «ήρ­ξαν­το χει­ρών α­δί­κων» και οι  πο­λι­τι­κές και νο­μι­κές κυ­ρώ­σεις για εγ­κλη­μα­τί­ες και εγ­κλή­μα­τα κα­τά της αν­θρω­πό­τη­τας, κα­τά δυ­στυ­χί­α, δεν άρ­κε­σαν ως σή­με­ρα για να α­πο­τρέ­ψουν τους ε­κά­στο­τε ε­πί­δο­ξους κα­τα­κτη­τές. Χα­ρα­κτη­ρί­στε τους ό­πως θέ­λε­τε: βάρ­βα­ρους, α­πο­λί­τι­στους, σφα­γείς, κα­τά συρ­ρο­ή δο­λο­φό­νους, συ­ναι­σθη­μα­τι­κά και ψυ­χι­κά α­νά­πη­ρους, α­με­τα­νό­η­τους εγ­κλη­μα­τί­ες, δεν ι­δρώ­νει το αυ­τί τους!

   Ό­μως και οι πιο α­δί­στα­κτοι τύ­ραν­νοι δεν θα έ­με­ναν α­πα­θείς, αν μπο­ρού­σα­με να καλ­λι­ερ­γή­σου­με, ε­πί­μο­να και με­θο­δι­κά, την ι­δέ­α, πως πέ­ρα α­πό τις ε­κα­τόμ­βες των θυ­μά­των, την εγ­γε­νή α­δι­κί­α και την α­νη­θι­κό­τη­τά του ο πό­λε­μος ή­ταν και πα­ρα­μέ­νει κα­κή ε­πέν­δυ­ση, εί­ναι εν­τέ­λει α­σύμ­φο­ρος.

   Στο πνεύ­μα αυ­τό και στη γλώσ­σα, που κα­τα­νο­ούν οι ι­σχυ­ροί, ας α­πευ­θυν­θού­με στους χθε­σι­νούς ε­χθρούς μας, α­πό­γο­νοι αυ­τοί, α­πό­γο­νοι κι ε­μείς, κι ας προ­σπα­θή­σου­με να τους ε­ξη­γή­σου­με σε ευ­θύ λό­γο:

   Στο Δεύ­τε­ρο Με­γά­λο Πό­λε­μο, κύ­ριοι, δεν κά­να­τε α­πλά άλ­λο έ­να έγ­κλη­μα το με­γα­λύ­τε­ρο στην ι­στο­ρί­α, κά­να­τε κά­τι χει­ρό­τε­ρο, κά­να­τε λά­θος, έ­να δεύ­τε­ρο με­γα­λύ­τε­ρο, για να δι­ορ­θώ­σε­τε το πρώ­το!

   Κι ή­ταν λά­θος, για­τί υ­ψώ­σα­τε α­νά­στη­μα πά­νω α­π’ το μπό­ι σας, το α­πο­τέ­λε­σμα αυ­τό δεί­χνει. Και θα μπο­ρού­σα­τε να το ξέ­ρε­τε α­π’ την αρ­χή, ό­πως το ξέ­ρα­με ε­μείς, για­τί ε­μείς πι­στέ­ψα­με στους μύ­θους και γνω­ρί­ζα­με τις ι­δι­ο­τρο­πί­ες της Ά­της και της Νέ­με­σης.

   Ή­ταν λά­θος ο­λέ­θριο, για­τί θε­λή­σα­τε με τη βί­α να λύ­σε­τε προ­βλή­μα­τα ζω­τι­κού χώ­ρου ή ό­πως αλ­λι­ώς τα βα­φτί­σα­τε, α­γνο­ών­τας πως κα­νέ­νας πό­λε­μος δεν έ­λυ­σε πο­τέ πρό­βλη­μα χω­ρίς να δη­μι­ουρ­γή­σει άλ­λα με­γα­λύ­τε­ρα.

   Σε ο­λό­κλη­ρη τη διά­ρκεια του πο­λέ­μου και πο­λύ με­τά α­πό αυ­τόν το μό­νο «σω­στό» πράγ­μα που κά­να­τε με συ­νέ­πεια ή­ταν να προ­στα­τεύ­σε­τε τους  συ­νερ­γούς και τους δω­σί­λο­γους και βέ­βαι­α να χα­ρί­σε­τε την εύ­νοι­ά σας σε ό­λες ε­κεί­νες των κα­τα­κτη­μέ­νων χω­ρών, που ο πό­λε­μός σας ε­ξα­χρεί­ω­σε τό­σο, που να προ­σφέ­ρουν σε κα­τα­κτη­τές σχε­δόν πρό­θυ­μα ο­ρι­ζόν­τι­ες, πως εί­παν, υ­πη­ρε­σί­ες!

   Και την πο­λι­τι­κή αυ­τή μω­ρί­α τη συ­νε­χί­ζε­τε και σή­με­ρα, που μας υ­ψώ­νε­τε το δά­κτυ­λο υ­πο­δεί­χνον­τας το δρό­μο της χρη­στής οι­κο­νο­μι­κής τά­ξης, ξε­χνών­τας πως στην αν­τί­λη­ψή μας πα­ρα­μέ­νε­τε υ­πό­χρε­οι του κα­το­χι­κού δα­νεί­ου, ό­που βά­λα­τε την υ­πο­γρα­φή σας και δεν την τι­μή­σα­τε, υ­πό­χρε­οι των πο­λε­μι­κών οι­κο­νο­μι­κών και πο­λι­τι­στι­κών ε­πα­νορ­θώ­σε­ων, που σύμ­φω­να με τις συν­θή­κες ο­φεί­λε­τε ως ε­λά­χι­στη έν­δει­ξη έμ­πρα­κτης συγ­γνώ­μης και στη συ­νεί­δη­σή μας πα­ρα­μέ­νε­τε η­θι­κά υ­πο­βαθ­μι­σμέ­νοι για τις με­θο­δεύ­σεις, και τους νο­μι­κί­στι­κους τα­κτι­κι­σμούς, που με­τέρ­χε­στε, για να α­πο­φύ­γε­τε και αυ­τό το ε­λά­χι­στο, μέ­σα, που μό­νο υ­πε­ρό­πτες, ή λα­οί πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης ευ­θύ­νης με­τα­χει­ρί­ζον­ται.

   Συ­νε­χί­ζε­τε και σή­με­ρα με τη σι­δε­ρέ­νια πυγ­μή σας και τις άλ­λες με­ταλ­λι­κές, α­γέ­λα­στες έν­νοι­ες, της α­τσά­λι­νης δη­μο­σι­ο­νο­μι­κής πει­θαρ­χί­ας και της σκλη­ρής λι­τό­τη­τας να ο­δη­γεί­τε την Ευ­ρώ­πη, α­πό άλ­λο δρό­μο, σε σύγ­χρο­νους Να­ζι­σμούς και δι’ αυ­τών εις τα εξ ων συ­νε­τέ­θη.

   Αν δεν έ­χε­τε δι­δα­χθεί τί­πο­τα α­πό ό­σα κά­να­τε κι α­πό ό­σα πά­θα­τε, μά­θε­τε του­λά­χι­στον τού­το:  Γεν­ναί­ους στρα­τι­ώ­τες γνω­ρί­σα­με πολ­λούς στην ι­στο­ρί­α. Έ­ξυ­πνους ε­λά­χι­στους. Η δι­α­φο­ρά βρί­σκε­ται στο ό­τι οι γεν­ναί­οι νο­μί­ζουν ό­τι, ε­πει­δή μπο­ρούν να κα­τα­κτή­σουν τον κό­σμο με τη λόγ­χη,  μπο­ρούν με τη λόγ­χη και να τον κρα­τή­σουν κα­τα­κτη­μέ­νο, οι άλ­λοι , οι νο­ή­μο­νες, ό­ταν α­να­με­τρών­ται με λα­ούς, που βα­δί­ζουν χο­ρεύ­ον­τας, για να προ­στα­τεύ­σουν θε­ούς, που α­να­σαί­νουν α­έ­ρα κα­θα­ρό, κα­θώς που το δι­ο­ξεί­διο, που εκ­πνέ­ουν, το φυ­σούν σ’ έ­να κα­λά­μι και το κά­νουν μου­σι­κή, υ­πο­ψι­ά­ζον­ται ό­τι αυ­τό το δεύ­τε­ρο εί­ναι α­δύ­να­το Εί­ναι και μα­κρο­ϊ­στο­ρι­κά α­πο­γο­η­τευ­τι­κό σεις, που φι­λο­δο­ξή­σα­τε να γί­νε­τε κο­σμο­κρά­το­ρες, να μη δι­α­θέ­τε­τε κοι­νή νο­η­μο­σύ­νη!

 

   Α­γα­πη­τοί φί­λοι,

 

   Μνη­μο­νεύ­ου­με μια α­πό τις τρα­γι­κό­τε­ρες σε­λί­δες της το­πι­κής μας ι­στο­ρί­ας, η στιγ­μή ι­ε­ρή, ο τό­πος μι­κρός κι εί­ναι συ­νή­θεια κα­κή των πα­νη­γυ­ρι­κών τα φι­μω­μέ­να λό­για: Α­σφα­λώς οι θυ­σί­ες της αν­τί­στα­σης έ­πια­σαν τό­πο, οι Γερ­μα­νοί ητ­τή­θη­καν κα­τά κρά­τος, αλ­λά ε­μείς δε χα­ρή­κα­με τη νί­κη μας. Α­φού χω­ρί­σα­με α­γω­νι­στές, που αν­τι­στά­θη­καν σε κοι­νό ε­χθρό με την ί­δια αυ­το­θυ­σί­α, σε κα­λούς και κα­κούς, ε­κτρέ­ψα­με έ­να με­γά­λο μέ­ρος του α­γώ­να για α­πε­λευ­θέ­ρω­ση σε λά­θος ε­χθρούς, κι οι μνή­μες ε­πί­μο­νες, κα­θώς που α­π’ τον εμ­φύ­λιο χει­ρό­τε­ρο δεν έ­χει!

   Μι­λώ για το συ­νο­λι­κό α­πο­τέ­λε­σμα της ε­θνι­κής μας αν­τί­στα­σης η­ρω­ι­κής και λυ­τρω­τι­κής α­πό τη μια,  θλι­βε­ρής α­παρ­χής για αλ­λη­λο­σπα­ραγ­μό και δι­χο­τό­μη­ση α­πό την άλ­λη, σαν οι μι­σοί, που γι­όρ­τα­ζαν στο Γορ­γο­πό­τα­μο, να υ­πε­ρα­σπί­ζον­ταν μιαν άλ­λη πα­τρί­δα α­πό ε­κεί­νους, που γι­όρ­τα­ζαν ως χθες στου Μα­κρυ­γιά­ννη και καν δεν πέ­ρα­σε α­πό κα­νε­νός το νου πως, α­λί­μο­νο, μπο­ρεί να τους πι­στέ­ψου­με και τους δύ­ο και πως α­μεί­λι­κτη ε­τυ­μη­γο­ρί­α ο στί­χος του ποι­η­τή: « Δι­αι­ρε­μέ­νου η προ­σευ­χή δεν ει­σα­κού­ε­ται…».

   Εί­ναι ε­δώ, που, ό­σο γί­νε­ται, πρέ­πει, θαρ­ρώ, για τις ε­πό­με­νες γε­νι­ές να δι­ορ­θώ­σου­με τις μνή­μες…!

   Προς τού­το και ό­χι μό­νο σας κα­λώ να α­να­λο­γι­στού­με τί εί­ναι αυ­τό, που σ’ αυ­τήν την πι­κρή πα­τρί­δα μας κό­βει στα δυ­ο, να μας πο­νά το ά­δι­κο, να μας πο­νά και το δί­κιο, τι εί­ναι αυ­τό, που α­παι­τεί δυ­ο γλώσ­σες, για να μι­λή­σου­με Ελ­λη­νι­κά, τι εί­ναι αυ­τό, που δεν α­φή­νει με­σαί­ο τό­πο κι ό­ποι­ος κι αν εί­σαι κι ό­που να στα­θείς την κρί­σι­μη ώ­ρα, οι άλ­λοι να σε λέ­νε προ­δό­τη και να σε βά­νουν στο ση­μά­δι.

   Δεν ξέ­ρω τις α­παν­τή­σεις κι ό­σοι α­με­τα­κί­νη­τοι σας πουν  πως τις βρή­καν και πως για ό­λα φταί­ξαν οι άλ­λοι,  ρί­χνουν νε­ρό στο ρήγ­μα του ε­πό­με­νου δι­χα­σμού, ξέ­ρω μό­νο ε­κεί­νο, που μας έ­μα­θε ο Μπάρ­μπα-Γιά­ννης, πως «τού­τη την πα­τρί­δα την έ­χο­μεν ό­λοι μα­ζί» και πως εί­μα­στε στο «ε­μείς»!

   Κι α­κό­μη ξέ­ρω πως η δρά­ση των κύ­ρι­ων εκ­φρα­στών της Α­νω­γεια­νής αν­τί­στα­σης, α­πό ό­λο το πο­λι­τι­κό φά­σμα, ή­ταν ε­φαρ­μο­γή στην πρά­ξη της ε­θνι­κής αυ­τής εν­το­λής, που ση­μαί­νει πως το Α­νω­γεια­νό Αν­τάρ­τι­κο συ­νι­στού­σε και μιαν αν­τί­στα­ση η­θι­κή α­πέ­ναν­τι στο μο­νι­μό­τε­ρο και δο­λε­ρό ε­χθρό μας, κι εί­ναι αυ­τό, θαρ­ρώ, το βα­θύ­τε­ρο και δι­αρ­κέ­στε­ρο μή­νυ­μα η­με­ρών σαν τη ση­με­ρι­νή.

   Σας κα­λώ α­κό­μη να α­να­λο­γι­στού­με, για τα πιο πρό­σφα­τα, τι εί­ναι ε­κεί­νο που έ­ναν λα­ό φι­λό­πα­τρι μέ­χρις αυ­το­θυ­σί­ας τον έ­χει φέ­ρει σε κα­τά­στα­ση ο­λι­κής θλί­ψης να τε­θεί κά­τω α­πό ξέ­νη οι­κο­νο­μι­κή κη­δε­μο­νί­α.

   Σαν ε­μείς, που δι­δά­ξα­με στους άλ­λους ό­τι «εύ­δαι­μον το ε­λεύ­θε­ρον», να μην εί­μα­στε σε θέ­ση να κα­τα­νο­ή­σου­με με ό­ρους πο­λι­τι­κής πρα­κτι­κής,  το εν­τε­λώς αυ­τό­δη­λο: ό­τι η δι­α­σφά­λι­ση της ε­θνι­κής α­νε­ξαρ­τη­σί­ας προ­ϋ­πο­θέ­τει την πο­λι­τι­κή μας ω­ρι­μό­τη­τα και την πο­λι­τι­κή μας ε­λευ­θε­ρί­α και αυ­τή με τη σει­ρά της την οι­κο­νο­μι­κή μας αυ­το­τέ­λεια, ό­τι, ό­ταν το έ­να μας χέ­ρι εί­ναι α­πλω­μέ­νο για οι­κο­νο­μι­κή βο­ή­θεια, το άλ­λο δεν μπο­ρεί να εί­ναι υ­ψω­μέ­νο γρο­θιά,  κι ό­τι, ό­σο πα­ρα­μέ­νου­με οι­κο­νο­μι­κά υ­πο­τε­λείς, δεν μπο­ρού­με να εί­μα­στε ε­θνι­κά ε­λεύ­θε­ροι! Κι η ά­καμ­πτη αυ­τή α­λή­θεια δεν α­φή­νει πλέ­ον πε­ρι­θώ­ρια πα­ρερ­μη­νεί­ας.

   Με τις σκέ­ψεις αυ­τές και τη μνή­μη ευ­λα­βι­κά προ­ση­λω­μέ­νη στην ι­ε­ρή θυ­σί­α στρέ­φου­με το βλέμ­μα στο αύ­ριο, το αύ­ριο, που εί­ναι κι­ό­λας ε­δώ, ό­που οι α­να­με­τρή­σεις τύ­που Δευ­τέ­ρου Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου α­νή­κουν ο­ρι­στι­κά στην ι­στο­ρί­α και εκ­πλή­ξεις α­δι­α­νό­η­τες μέ­χρι χθες α­κυ­ρώ­νουν τις εμ­πει­ρί­ες του πα­ρελ­θόν­τος!

   Ή­δη στο αλ­λο­πρό­σαλ­λο το­πί­ο της νέ­ας παγ­κό­σμιας τά­ξης τα πε­ρι­γράμ­μα­τα έ­χουν θο­λώ­σει, η δι­α­χω­ρι­στι­κή γραμ­μή α­νά­με­σα στους πο­λε­μι­κούς και τους ει­ρη­νι­κούς και­ρούς δεν εί­ναι πλέ­ον ευ­δι­ά­κρι­τη, οι άλ­λο­τε κρα­τι­κές και ε­θνι­κές υ­πο­στά­σεις υ­πο­χω­ρούν και στη θέ­ση τους α­να­δύ­ον­ται αυ­το­κρα­το­ρί­ες, που α­ξι­ο­ποι­ών­τας συ­στη­μι­κές α­δυ­να­μί­ες και την ψυ­χο­λο­γί­α της μά­ζας, δι­ε­ξά­γουν α­νε­λέ­η­τους οι­κο­νο­μι­κούς και θρη­σκευ­τι­κούς ο­λο­κλη­ρω­τι­κούς πο­λέ­μους, α­λώ­νον­τας εκ των έ­σω ε­θνό­τη­τες και πα­τρί­δες!

   Στο νέ­ο αυ­τό μέ­τω­πο η κοι­νω­νι­κή ει­ρή­νη, με την κυ­ρι­αρ­χί­α των α­γο­ρών, την υ­πα­γό­ρευ­ση της πο­λι­τι­κής α­πό αλ­λη­λο­συγ­κρου­ό­με­να οι­κο­νο­μι­κά δι­ευ­θυν­τή­ρια και την κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση α­πο­δό­μη­ση του κοι­νω­νι­κού κρά­τους, γί­νε­ται ό­λο και πιο εύ­θραυ­στη, ο τέ­ταρ­τος κό­σμος, οι νε­ό­πτω­χοι, και σαν ό­ρος έ­πα­ψε πια να μας ξε­νί­ζει.

   Και σαν να μην έ­φτα­ναν αυ­τά η κοι­νω­νι­κή ει­ρή­νη γνω­ρί­ζει ε­δώ και και­ρό μια πρω­τό­γνω­ρη, ε­φι­αλ­τι­κή εμ­πει­ρί­α: Οι αυ­λές της Ευ­ρώ­πης και ό­χι μό­νο γέ­μι­σαν α­πό πε­ρι­φε­ρό­με­νους, που, ά­γνω­στο πως ξε­πέ­ρα­σαν το φό­βο του θα­νά­του και σκορ­πούν τον τρό­μο, για να γί­νουν, λέ­ει, μάρ­τυ­ρες ε­νός κα­κο­ποι­η­μέ­νου θε­ού, δι­ψα­σμέ­νου για αί­μα α­πί­στων α­δι­α­κρί­τως! Οι ο­χυ­ρώ­σεις του χθες α­χρη­στεύ­ον­ται, και πλέ­ον ο νέ­ος ε­χθρός, ο παγ­κό­σμιος ο­λο­κλη­ρω­τι­σμός δεν αν­τι­με­τω­πί­ζε­ται στα γνω­στά α­πό τη συμ­βα­τι­κή πο­λε­μι­κή χα­ρα­κώ­μα­τα!

   Α­πέ­ναν­τι στις νέ­ες κα­τα­δυ­να­στεύ­σεις α­παι­τούν­ται νέ­α πρό­τυ­πα ε­θνι­κής δρά­σης, το «Αν θες ει­ρή­νη, ε­τοι­μά­σου για πό­λε­μο!» κα­τέρ­ρευ­σε α­πό την α­νε­ξέ­λεγ­κτη πα­ρα­φρο­σύ­νη του τε­λευ­ταί­ου πο­λέ­μου, πλέ­ον, αν θέ­λου­με ει­ρή­νη, πρέ­πει να ε­τοι­μα­στού­με για ει­ρή­νη, εί­ναι το νέ­ο ρί­σκο, που πρέ­πει να α­να­λά­βου­με, δεν εί­ναι α­κίν­δυ­νο και το ξέ­ρου­με, μα εί­ναι το μό­νο που δεν έ­χου­με δο­κι­μά­σει, εί­ναι το σύγ­χρο­νο πε­δί­ο ε­θνι­κού η­ρω­ι­σμού, κά­ποι­α στοι­χεί­α του ο­ποί­ου ευ­τυ­χώς δι­α­θέ­του­με.

   Εί­ναι πα­ρή­γο­ρο και ελ­πι­δο­φό­ρο πως πα­ρά την πα­ρα­τε­τα­μέ­νη ο­μί­χλη στο οι­κο­νο­μι­κό και πο­λι­τι­κό πε­δί­ο και σε αν­τί­θε­ση με τους φο­βι­κούς που υ­ψώ­νουν τεί­χη, ε­μείς εί­χα­με τη δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα και τη με­γα­λο­σύ­νη να έ­χου­με μια Με­σο­γεια­κή αγ­κα­λιά α­νοι­χτή για κά­θε πει­να­σμέ­νο, για κά­θε δι­ω­κό­με­νο, για κά­θε ξε­ρι­ζω­μέ­νο, για κά­θε ι­κέ­τη, που η α­ναλ­γη­σί­α των ι­σχυ­ρών ξε­βρά­ζει στις α­κτές μας! Εί­ναι πα­ρή­γο­ρο και ελ­πι­δο­φό­ρο πως, ό­που η πο­λι­τεί­α υ­πο­λεί­πε­ται, ε­νερ­γο­ποι­ούν­ται τα κοι­νω­νι­κά αν­τα­να­κλα­στι­κά και η κοι­νω­νί­α των πο­λι­τών και η εκ­κλη­σί­α πα­ρα­στέ­κουν τους χει­μα­ζό­με­νους συ­ναν­θρώ­πους μας. Δεν εί­ναι αρ­κε­τά αυ­τά, αλ­λά δεί­χνουν το δρό­μο.

   Έ­να δρό­μο, που, ό­πως λέ­ει ο Κα­ζαν­τζά­κης, τον α­νοί­γει η ψυ­χή μέ­σα α­πό τα χα­λά­σμα­τα, εί­ναι ο δρό­μος που βα­δί­ζουν ό­λοι οι Α­νω­γεια­νοί α­πό κα­τα­βο­λής, συ­νί­στα­ται στην εκ­χυ­λί­ζου­σα φι­λο­τι­μί­α, την ι­δι­ά­ζου­σα ε­κεί­νη πε­ρη­φά­νια, που ώ­ρες μπο­ρεί να παίρ­νει το στρα­βό δρό­μο και να μας κα­τα­βυ­θί­ζει στο πέν­θος, αλ­λά εί­ναι η ί­δια Α­ρε­τή, που κυ­ρί­ως στα δύ­σκο­λα συ­νε­γεί­ρει το νου και τις αι­σθή­σεις μας και μας κά­νει ι­κα­νούς για το α­κα­τόρ­θω­το, ψυ­χω­μέ­νους και α­κα­τά­βλη­τους.

   Τού­των ού­τως ε­χόν­των, πως συ­νό­ψι­ζαν οι πα­λιοί δά­σκα­λοι, δεν έ­χου­με πλέ­ον την πο­λυ­τέ­λεια του δι­λήμ­μα­τος, μό­νο με ε­νό­τη­τα στε­ρε­ω­μέ­νη στις ε­θνι­κές μας α­ρε­τές , μό­νο με α­νοι­χτή καρ­διά και νου που προ­λα­βαί­νει, στο πνεύ­μα, αν μπο­ρώ να το πω έ­τσι, ε­νός Ναι, που αν­τι­στέ­κε­ται, μπο­ρού­με βά­σι­μα να ελ­πί­ζου­με πως στη νέ­α οι­κου­με­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα θα ε­κτα­μι­ευ­θούν οι ι­στο­ρι­κές μας πα­ρα­κα­τα­θή­κες, και θα δι­και­ω­θούν οι θυ­σί­ες των γο­νέ­ων και των παπ­πού­δων μας, που α­να­με­τρή­θη­καν με το τέ­ρας του πιο α­κραί­ου πο­λι­τι­κού σκο­τα­δι­σμού και πλή­ρω­σαν με την ε­ρή­μω­ση της ζω­ής τους και με το αί­μα τους το ποι­νι­κό δι­καί­ω­μα στο φως!

   Σας ευ­χα­ρι­στώ.

 

 

Πη­γές:

Γε­ωρ­γί­ου Σ­μπώ­κου:  Πρω­τα­γω­νι­στές της λευ­τε­ριάς.

Γε­ωρ­γί­ου Κα­λο­γε­ρά­κη: Γιά­ννης Δρα­μουν­τά­νης ή Στε­φα­νο­γιά­ννης.

Μι­χα­ήλ Ξυ­λού­ρης ή Χρι­στο­μι­χά­λης.

Tony Jydt: Η Ευ­ρώ­πη με­τά τον πό­λε­μο.

Ι­στο­ρί­α του Ελ­λη­νι­κού Έ­θνους.

Λου­κά Πα­πα­δά­κη: Με­λέ­τιος Με­τα­ξά­κης,  ο δέ­κα­τος τρί­τος Α­πό­στο­λος.

 

 

 
© 2010 Ιερά Μητρόπολις Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, Ρέθυμνο, Κρήτη - Τηλεφωνικό Κέντρο 28310 22415 - Fax 28310 28557
 

Ρέθυμνο 

HOTSoft.gr σχεδιασμός, κατασκευή, Προώθηση ιστοσελίδων, Κρητη SEO. Ρέθυμνο Aσύρματα δίκτυα WiFi, Δομημένη καλωδίωση, έξυπνο σπίτι. Rethymno 

Website Design, Web Development, Web site Promotion, SEO Crete SEM.
powered by HOTSoft.gr
internet, δίκτυα & τηλεπικοινωνίες