Η εορτή των Τριών Ιεραρχών στην Ιερά Μητρόπολη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου
Το πρωί της Τρίτης, 30ής Ιανουαρίου 2024, επί τη Εορτή των εν Αγίοις Πατέρων ημών και Οικουμενικών Διδασκάλων Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Πρόδρομος χοροστάτησε κατά τον Όρθρο και τέλεσε την Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Εισοδίων της Θεοτόκου πόλεως Ρεθύμνης, του οποίου το ένα κλίτος τιμάται στη μνήμη των Αγίων Τριών Ιεραρχών και στον οποίο θησαυρίζονται αποτμήματα των ιερών λειψάνων των Μεγάλων αυτών Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας και Προστατών της Ελληνικής Παιδείας.
Τον πανηγυρικό της ημέρας εκφώνησε η καθηγήτρια θεολογίας κ. Αναστασία Κοπανάκη, η οποία αναφέρθηκε στο βίο των Αγίων Τριών Ιεραρχών και στα μηνύματά τους στη σύγχρονη εποχή.
Εκκλησιάσθηκαν πλήθος μαθητών από διάφορα σχολεία του Ρεθύμνου, όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων και δόκιμοι του Τμήματος Δοκίμων Αστυφυλάκων Ρεθύμνου, ο Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ρεθύμνου κ. Μανούσος Μαραγκάκης, εκπρόσωπος της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ρεθύμνου, ο Αντιδήμαρχος Παιδείας – Δια Βίου Μάθησης – Νέας Γενιάς του Δήμου Ρεθύμνης κ. Νεκτάριος Παπαδογιάννης, καθώς και εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων.
Ο Σεβασμιώτατος, για τη μεγάλη αυτή εορτή των Προστατών των Ελληνικών Γραμμάτων, ευχήθηκε προς όλους πάντοτε η ζωή και τα συγγράμματα των Μεγάλων Πατέρων και Οικουμενικών Διδασκάλων να εμπνέουν τις δικές μας αποφάσεις στη σημερινή πραγματικότητα.
Προ της απολύσεως της Θείας Λειτουργίας, πραγματοποιήθηκε πέριξ του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού, λιτάνευση των λειψάνων και της ιεράς εικόνος των Τριών Ιεραρχών με τη συνοδεία της Φιλαρμονικής του Δήμου Ρεθύμνης.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, στους φιλόξενους χώρους του Κέντρου Πολιτισμικής και Κοινωνικής Διακονίας «ΘΕΟΜΗΤΩΡ» της Ιεράς Μητροπόλεώς μας, ο Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας κ. Πρόδρομος ευλόγησε την Αγιοβασιλόπιτα του Συνδέσμου Φιλολόγων Νομού Ρεθύμνης.
Ο Επίσκοπός μας συνεχάρη τον Σύνδεσμο Φιλολόγων για το σπουδαίο επιτελούμενο έργο καθώς και για το διαδικτυακό «κυνήγι θησαυρού», για το οποίο βραβεύθηκαν τα σχολεία που διακρίθηκαν και το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Αρκαδική Εθελοθυσία και τους Αγίους Τέσσερεις Νεομάρτυρες του Ρεθύμνου, με αφορμή την φετινή επετειακή χρονιά της συμπληρώσεως 200 ετών από το μαρτύριό τους.
Στην εκδήλωση παρέστησαν η Αντιπεριφερειάρχης Ρεθύμνης κ. Μαίρη Λιονή, Αντιδήμαρχοι του Ρεθύμνου και όμορων Δήμων, ο Αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Κωνσταντίνος Σπανουδάκης, μαθητές του Μουσικού Σχολείου Ρεθύμνου, που παρουσίασαν μουσικό πρόγραμμα, και αρκετοί συντοπίτες μας, παρά τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες της βραδιάς.
Παρατίθεται η ομιλία, την οποία εξεφώνησε κατά την εκδήλωση η κ. Νεκταρία Παπαδοπούλου, Φιλόλογος.
Η πολυσχιδής προσφορά των Τριών Ιεραρχών και η διαχρονική της αξία
Σεβασμιώτατε,
σεβαστοί πατέρες, αξιότιμοι άρχοντες του τόπου, κυρίες και κύριοι, αγαπητοί μαθητές,
Επιτρέψτε μου να ομολογήσω ότι βρίσκομαι σε πραγματικά δύσκολη θέση τούτη την ώρα καθότι αναρμόδια και ανεπαρκής να παρουσιάσω το πολυδιάστατο έργο των τριών πανσέπτων Φωστήρων της Καππαδοκίας, των διδασκάλων όχι μόνο των λόγων αλλά και των έργων. Είναι πράγματι βαρύ το φορτίο να σκιαγραφηθούν μέσα σε λίγα λεπτά δεκαεπτά αιώνες παρουσίας στις συνειδήσεις των πιστών. Θα προχωρήσω, ωστόσο, στο εγχείρημα επικαλούμενη τη φώτιση των Αγίων Πατέρων και αιτούμενη τη δική σας επιείκεια.
Οι Τρεις Πατέρες της Εκκλησίας, γόνοι καταξιωμένων οικογενειών από κοινωνική, οικονομική και μορφωτική άποψη, είναι κάτοχοι αξιοζήλευτης παιδείας και καλλιέργειας που εκπλήσσει ακόμα και σήμερα. Σπουδάζουν στις καλύτερες σχολές και δίπλα σε άριστους δασκάλους όλες τις επιστήμες της εποχής: ρητορική, φιλοσοφία, θεολογία, μαθηματικά, φυσική, μετεωρολογία, γεωλογία, αστρονομία, γεωμετρία, ιατρική. Αποσύρονται στην έρημο επιλέγοντας τη σκληρότατη άσκηση, μορφώνουν εκεί τον εσωτερικό άνθρωπο, δοκιμάζουν τις αντοχές της σχέσης τους με τον Θεό, σπουδάζουν με δάκρυα τη ζωή του Πνεύματος και επιστρέφουν στον κόσμο αδειάζοντας την αγάπη τους. Μοιράζουν την περιουσία τους στους φτωχούς και γίνονται όχι διδάσκοντες, αλλά μαθητές που μαθητεύουν με ταπείνωση στον πόνο και την ανέχεια, τη θλίψη και τη στέρηση, τον πειρασμό και τα πάθη των ανθρώπων. Γίνονται όχι δεσπότες, αλλά επίσκοποι και πατέρες, που διακονούν το μυστήριο του όλου ανθρώπου και οδηγούν με έργα θυσίας και καθαρή προσευχή το ποίμνιο που τους εμπιστεύθηκε η Χάρις του Θεού.
Στην ψυχή γενναίοι, στο πνεύμα πανίσχυροι, στο θάρρος αδάμαστοι, στην απειλή και στη φοβέρα των αρχόντων της κοσμικής εξουσίας άφοβοι, γίνονται φάροι φωτεινοί που φωτίζουν τον δρόμο της τιμής και του καθήκοντος και οδηγούν φωτισμένα τα ανθρώπινα βήματα στη λεωφόρο της χαράς και της δημιουργίας, της ευημερίας και του πολιτισμού. Γίνονται οι απαράμιλλοι στύλοι της Ορθοδοξίας, οι μελίρρυτοι ποταμοί της σοφίας, οι φωτισμένοι δάσκαλοι και παιδαγωγοί των νέων, οι ιδανικοί ποιμένες των ποιμνίων, οι αφοσιωμένοι σκαπανείς της επιστήμης, οι ορθοί διορθωτές των ηθών, οι διαπρύσιοι κήρυκες της Αλήθειας.
Οι Τρεις Ιεράρχες κατορθώνουν να συνδυάσουν με τρόπο θαυμαστό τη θεωρία με την πράξη και τον λόγο με το έργο, μέσα στη ζωή, γιατί πιστεύουν ότι χωρίς τον συγκερασμό αυτόν κανείς δε μπορεί να γίνει πιστευτός στις ιδέες που θέλει να διδάξει και να επιβάλει στον κοινωνικό περίγυρο.
Είναι συγγραφείς πολυγραφότατοι, αλλά σε κάθε λόγο και κάθε σύγγραμμα έχουν ως σημείο αναφοράς τα μεγάλα παιδαγωγικά προβλήματα. Αναφέρονται στον θεσμό της οικογένειας και στον παιδαγωγικό της ρόλο, στην ανατροφή των νέων, στη σχολική ζωή, στα διδακτέα μαθήματα, στα μέσα διδασκαλίας. Ασχολούνται ακόμη και με την πρώτη ανάγνωση, τη γραφή και αρίθμηση, την αυτενέργεια, τα παιδονομικά μέσα, το παιδικό παιχνίδι, την ποινή και την αμοιβή ως παιδαγωγικά μέσα, τις βαθμίδες αγωγής, τις σχέσεις μαθητών-δασκάλων-γονέων κλπ.
Η δράση τους είναι πολυσχιδής: θρησκευτική, πνευματική, κοινωνική, φιλανθρωπική, παιδαγωγική. Πλείστες από τις ιδέες τους έχουν αξία αδιαφιλονίκητη, κύρος ανεκτίμητο, δύναμη ανυπολόγιστη. Είναι σύγχρονες και επίκαιρες, ακμαίες και ισχυρές, χρήσιμες και απαράκαμπτες. Θέλουν τη νεότητα κοσμημένη με τα κάλλη της αρετής, με την αληθινή πίστη στον Θεό, με τη σεμνότητα και με την ηθική. Οραματίζονται μια νεότητα δυναμική, ενεργητική, απαλλαγμένη από τα ανίερα και φθοροποιά πάθη του εγωισμού, του μίσους, της κακίας και της ζηλοτυπίας.
Ενδιαφέρονται για μια παιδεία όχι μονόπλευρη και μονοδιάστατη στηριγμένη και περιορισμένη στην άκαρπη γνώση, τον στείρο επαγγελματισμό και τον καταναλωτικό ωφελιμισμό, αλλά για μια παιδεία φωτιστική και αγιαστική η οποία ούτε τα της κοσμικής σοφίας αγνοεί ούτε τα της «θεογνωσίας νάματα» παραβλέπει. Μια παιδεία που αφορά στον όλο άνθρωπο ως ψυχοσωματική ύπαρξη, δεν τον αλλοτριώνει κόβοντάς τον από τις πνευματικές του ρίζες και δεν παραδίδει τα υπαρξιακά του οράματα στη μανία της στείρας γνώσης και της πληθωρικής πληροφορίας. Λένε όχι σε μια παιδεία που διασπά την υπαρξιακή ενότητα του ανθρώπου, το σώμα από την ψυχή, την καρδιά από τον νου και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο αίτημα για ενάρετη επιστήμη και εφαρμοσμένη αρετή. Ταυτόχρονα μιλούν για τη σχέση παιδαγωγού και μαθητή. Ο Μέγας Βασίλειος θέλει τον Δάσκαλο «ἀρχέτυπον Βίου, νόμου ἒμψυχον, κανόνα ἀρετῆς» γιατί αυτός είναι λειτουργός, απόστολος, δίκαιος, σοβαρός, αληθινός πλάστης ψυχών. Τον θέλει ακόμα καταρτισμένο, γνώστη των ψυχικών λειτουργιών του παιδιού, άξιο να προσαρμόζει κάθε φορά τη διδασκαλία του στο επίπεδο της ψυχικής ωριμότητας και πνευματικής ικανότητας των μαθητών. Να αποφεύγει τις υπερβολές και να προσφέρει τη γνώση με τέχνη στηριζόμενος στο βίωμα και το ενδιαφέρον, που αποτελούν ελκυστικά στοιχεία διδασκαλίας. Ο υψιπέτης Γρηγόριος πάλι ζητά ένα Δάσκαλο εξοπλισμένο με τα εφόδια της υπομονής, της δικαιοσύνης και της πολύπλευρης μόρφωσης, ο οποίος προτιμά το λίγο και βέβαιο από το πολύ και αβέβαιο. Η ραγδαία βροχή, λέει, ποτίζει την επιφάνεια ενώ η σιγανή και επίμονη εισδύει στο βάθος και κάνει το έδαφος εύφορο και γόνιμο. Ο τρίτος της τριάδας, ο Ιωάννης Χρυσόστομος, ο δίκαια επονομαζόμενος «Δημοσθένης της Εκκλησίας» για την απαράμιλλη ρητορική του δεινότητα θέλει τον Δάσκαλο προσηνή, πιστό στο καθήκον, μυσταγωγό της χριστιανικής αγάπης και ηθικής, ώστε να σμιλεύει με τέχνη και μεράκι την παιδική ψυχή και να σφυρηλατεί σαν γλύπτης τον παιδικό χαρακτήρα με δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια.
Παράλληλα με τις παιδαγωγικές τους αντιλήψεις και τοποθετήσεις οι Τρεις Ιεράρχες αγάπησαν πλούσια και πλατιά, χωρίς κρατούμενα, όλους τους πονεμένους της ζωής.
Οι Άγιοι αυτοί Πατέρες, οι πυρσεύσαντες δια θείων δογμάτων την οικουμένη, δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την υποκρισία των βολεμένων χριστιανών. «Ξέρω πολλούς», λέει ο Χρυσόστομος, «που νηστεύουν και προσεύχονται και στενάζουν επιδεικνύοντας κάθε λογής αδάπανη ευλάβεια, ενώ ούτε έναν οβολό δεν δίνουν στους θλιμμένους. Τι κέρδος έχουν;… Γι’ αυτούς η βασιλεία των ουρανών είναι κλειστή», καθώς «οὐδείς φιλόχρυσος ἐγένετο φιλόχριστος» και μιμούμενος τον Άγιο Ιωάννη Θεολόγο, τον μαθητή της αγάπης, τονίζει πως δεν μπορεί κάποιος να ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Θεό, τον οποίο δεν βλέπει, και να αδιαφορεί για τον πλησίον του.
Όταν μάλιστα ανέρχεται στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, διακόπτει άμεσα τη διοργάνωση επίσημων και πλούσιων δείπνων στον χώρο της Αρχιεπισκοπής και με τα χρήματα που εξοικονομεί οργανώνει συσσίτια για 7000 φτωχούς καθημερινά. Υποστηρίζει κάθε έναν που αδικείται από την πολιτική εξουσία. Καλεί τους χριστιανούς στον δρόμο της αρετής και της πίστης. Καυτηριάζει την ακολασία και την αμαρτία, όπου κι αν τη συναντά. Η απαρασάλευτη αυτή γραμμή τον φέρνει αντιμέτωπο ακόμα και με την αυτοκράτειρα Ευδοξία της οποίας ελέγχει την πολυδάπανη και αμαρτωλή ζωή καθώς και τη διάθεσή της να καταπατήσει το κτήμα μιας φτωχής χήρας. Ο ίδιος ζει λιτά και ασκητικά, όπως αρμόζει σ’ έναν ιεράρχη, προκαλώντας τον θαυμασμό του απλού λαού, αλλά και την περιφρόνηση των πλούσιων και κοινωνικά ισχυρών αντιπάλων του. Η επιμονή του μάλιστα να κτίσει λεπροκομείο, όχι σε κάποια υποβαθμισμένη περιοχή της Κωνσταντινούπολης, αλλά στην πλουσιότερη συνοικία έξω απ’ την πόλη, εκεί που ζούσαν μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι οποίοι έβλεπαν την αξία των πολυτελών οικημάτων τους να μειώνεται λόγω της γειτνίασης με το κτίριο αυτό, αποτέλεσε και την αφορμή για την οριστική δίωξή του, που θα τον οδηγήσει στην εξορία και στον βασανιστικό θάνατο.
Καθώς όμως έφευγε για την εξορία, παρατήρησε κάποιος: “Να ένας άνθρωπος που, αντίθετα με τους φυσικούς νόμους, φαίνεται μεγαλύτερος όσο απομακρύνεται”.
Ο Γρηγόριος πάλι συμπληρώνει τον Χρυσόστομο λέγοντας: «Μην τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών, έπιασες την κορυφή του ουρανού». Επίσης ο Γρηγόριος περιφρονεί τα αξιώματα. Δεν διστάζει να παραιτηθεί από τη θέση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και Προέδρου της Δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου, όταν έκρινε ότι αυτό εξυπηρετούσε την ειρήνη και την ενότητα της Εκκλησίας, και τούτο διότι βλέπει τα αξιώματα ως ευκαιρίες, όχι εξουσίας και προσωπικής προβολής, αλλά ταπεινής και σταυρικής διακονίας.
Όσο για τον Μέγα Βασίλειο είναι γνωστή η περίφημη «Βασιλειάδα», όπως ονομάστηκε αργότερα. Ένα σύμπλεγμα δηλαδή φιλανθρωπικών ιδρυμάτων: πτωχοκομείου, ορφανοτροφείου, γηροκομείου και νοσοκομείου στο οποίο είναι διευθυντής και διαχειριστής. Εκεί, ο ίδιος, τη νύχτα, παρά τους πολλούς κόπους την ημέρας και την πάντα επισφαλή υγεία του, πλένει τα πόδια των λεπρών που οι άλλοι φοβούνται να πλησιάσουν. Στον μεγάλο λιμό που έπληξε την περιοχή του, ο Βασίλειος στηλιτεύει τη δράση των μαυραγοριτών που θέλουν να πλουτίσουν σε βάρος των λιμοκτονούντων συμπατριωτών τους και οργανώνει συσσίτια για όλον τον λαό προσφέροντας βοήθεια, χωρίς καμιά διάκριση, σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες, Ιουδαίους και αιρετικούς σώζοντας χιλιάδες από βέβαιο θάνατο.
Για όλους αυτούς τους λόγους οι Τρεις Ιεράρχες τάραξαν τα νερά της εποχής τους αναμφισβήτητα και άφησαν παρακαταθήκη με αιώνια αξία. Οι κοινωνικές θέσεις τους είναι σύγχρονες και ριζοσπαστικές τόσο, που ο Νικολάι Μπερντιάεφ, ο μεγαλύτερος ίσως διανοητής του 20ου αι., μεταξύ των άλλων, αναφέρει: « στον Μεγάλο Βασίλειο, όπως και στον Ιωάννη Χρυσόστομο η κοινωνική αδικία, δημιούργημα της κακής διανομής του πλούτου, κριτικάρεται με τέτοια δριμύτητα που θα έκανε τον Προυντόν και τον Μαρξ να χλωμιάσουν».
Απαράμιλλη όμως και ανεκτίμητη είναι η συμβολή των Τριών Πατέρων και κατά την κοσμοϊστορική όντως συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Μια συνάντηση που πραγματοποιήθηκε κυρίως στην εποχή τους, δηλαδή τον 4ο μ.Χ. αι., και η οποία καθορίζει την ιστορία μας και τη ζωή μας μέχρι και σήμερα.
Η σύζευξη του Χριστιανισμού και του Ελληνισμού, που πραγματοποιήσαν οι Τρεις Ιεράρχες, όχι μόνο δεν έβλαψε τα δύο αυτά μεγέθη, αλλά, αντιθέτως, τα ωφέλησε.
Τον μεν Ελληνισμό, όπως δέχεται ο εθνικός μας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, διότι, ενώ τον βρήκε ο Χριστιανισμός ημιθανή, τον εζωοποίησε και τον ανέστησε.
Τη δε Εκκλησία, διότι η ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία τής έδωσε τη δυνατότητα να εκθέσει κατά τρόπο αριστοτεχνικό την πίστη και θεολογία της, χωρίς να αρνηθεί τίποτε από την ευαγγελική διδασκαλία.
Η άποψη του μεγάλου Ρώσου θεολόγου π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, ότι ο Ελληνισμός κατέστη μόνιμη κατηγορία του Χριστιανισμού, είναι τολμηρή αλλά αληθινή. Μπορεί κανείς να φανταστεί την Ορθοδοξία χωρίς την Ελληνική της έκφραση; Νομίζω πως όχι.
Αυτός είναι και ο λόγος που και τα άλλα Ορθόδοξα έθνη τα οποία παρέλαβαν την Ορθοδοξία από το Βυζάντιο, θεώρησαν ότι καθόλου δε μειώνονται από τη συνεργασία Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, αλλά, αντιθέτως, εμπλουτίζονται.
Οι Τρεις Ιεράρχες έθεσαν τα θεμέλια της Ελληνορθοδοξίας. Έγιναν οι πρωτεργάτες της ιστορικής πορείας του Ελληνορθόδοξου πολιτισμού μας. Στο πρόσωπό τους ενώθηκαν με αρμονικό τρόπο η ελληνική και χριστιανική σκέψη, η γύμναση του νοός και η σωτηρία της ψυχής, η θεία και η ανθρώπινη σοφία. Και οι τρεις τους θεώρησαν την κλασική παιδεία όχι ως απόβλητη, αλλά ως αναγκαιότατο προπαιδευτικό στάδιο το οποίο οδηγεί στην καλύτερη κατανόηση της χριστιανικής αλήθειας. «Παιδεία μετάληψις ἁγιότητος ἐστί» λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Δεν δέχθηκαν μάλιστα απλά την κλασική παιδεία άλλα και την αφομοίωσαν. Τα συγγράμματά τους είναι πεπληρωμένα από παιδαγωγικά αξιώματα. Ωραιότατο είναι και το δίστιχο εν προκειμένω του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Ἑλλάς ἐμή, νεότης φίλη καί ὃσσα πέπασμαι, καί δέμας, ὡς Χριστῷ εἴξατε προφρονέως»! Δηλαδή, «Ελλάδα μου και νιότη αγαπητή κι όλα όσα απέκτησα και σώμα, πόσο πρόθυμα δοθήκατε στον Χριστό» (PG 37, 1449A).
Με τη δική τους συμβολή γίνεται φανερό ότι Χριστιανισμός και Ελληνισμός είναι έννοιες αδιαχώριστες και αδιάσπαστες. Συμβαδίζουν, συνυπάρχουν κι έχουν έναν κοινό στόχο, τον άνθρωπο. Αγωνίζονται μαζί για την ποιοτική του ανύψωση, για την επικράτηση της ηθικής και του δικαίου, της ειρήνης και της αδελφοσύνης των λαών, την ίση μεταχείριση στα καθήκοντα και στα δικαιώματα, την ισονομία, την ατομική και κοινωνική ευημερία, την τιμή, την αξιοπρέπεια, την ανεξαρτησία και την ελευθερία, την πίστη στον Θεό και στα ιδανικά.
Έτσι εξηγείται γιατί σε πείσμα του χρόνου παραμένουν δάσκαλοι με οικουμενικές και αξεπέραστες δυνατότητες. Εκπέμπουν φως ανέσπερο, αιώνιο, που καταυγάζει, θερμαίνει και ζωογονεί τον Ελληνικό και Χριστιανικό κόσμο με όλη την απεραντοσύνη του. Τα όσα χρωστάει η Ανθρωπότητα στους Τρεις Ιεράρχες δεν τα χρωστάει ούτε σε τρία εκατομμύρια δοκησίσοφους. Γιατί οι τρεις αυτοί συνδυάζοντας σοφία και αρετή θεμελίωσαν τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό πάνω στον οποίο στάθηκαν και εργάστηκαν όλοι οι σοφοί του κόσμου. Και θα άξιζε να ακουστούν και γι’ αυτούς τα μνημειώδη λόγια του Τσώρτσιλ για τη μικρή, την ολιγάριθμη ομάδα των αεροπόρων που έπεσαν σστην ιστορική μάχη της Αγγλίας (μεταξύ αυτών κι ο Έλληνας σμηναγός Ν. Δημάδης). «Ουδέποτε», είπε ο Τσώρτσιλ, «στην Ιστορία της Ανθρωπότητας πρόσφεραν τόσο λίγοι, τόσα πολλά σε τόσους πολλούς» (So few, so much to so many).
Μ’ αυτά τα ζωογόνα σαλπίσματα των Τριών Ιεραρχών γαλουχήθηκαν και αυτά ενστερνίστηκαν και οι Άγιοι Τέσσερις Μάρτυρες, οι τοπικοί μας Άγιοι, Αγγελής, Μανουήλ, Γεώργιος και Νικόλαος, στους οποίους αφιερώνουμε το τρέχον έτος επί τη συμπληρώσει 200 ετών από του μαρτυρίου τους το 1824. Στα μηνύματα του Ευαγγελίου, που ανέλυσαν οι τιμώμενοι σήμερα Άγιοί μας, στηρίχτηκαν οι εκ Μελάμπων ορμώμενοι Άγιοι Νεομάρτυρες. Στην Πίστη, την Αυτοθυσία, την Αυταπάρνηση, την Αξιοπρέπεια, την Ελευθερία, την έκφραση της πίστης στον Θεό τους και θυσίασαν την επίγεια ζωή τους με χαρά, για να κερδίσουν τον αμάραντο της νίκης και της αθανασίας στέφανο συναγαλλόμενοι γύρω από τον θρόνο του Θεού με τα σμήνη των άλλων Αγίων και των αγγέλων προσφέροντας σε όλους μας λαμπρό παράδειγμα και στάση ζωής, ιδιαίτερα χρήσιμα, στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε.
Ευχηθείτε, Σεβασμιώτατε, να έχουμε όλοι την ευλογία Τους.
Για την υπομονή και την ευγένειά σας να με ακούσετε σας ευχαριστώ από καρδιάς.


























